Η εξέλιξη της ιδιοκτησίας και οι συνακόλουθες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Εναλλακτικοί τρόποι διαχείρισης πόρων, οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης.

Ανακοίνωση του Νίκου Προγούλη στο 23ο Διεθνές Συνέδριο Φιλοσοφίας,    Ιούλιος 2011

Οι τεχνολογικές εξελίξεις των τελευταίων αιώνων και η ευρεία εφαρμογή τους είχαν σαν αποτέλεσμα έναν όγκο παραγωγής αγαθών που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Παρόλα αυτά, ζούμε σε έναν  κόσμο που χαρακτηρίζεται από αστάθεια και αβεβαιότητα για το μέλλον, επίσης σε έναν κόσμο αυξανόμενης ανισότητας, όπου ένα δισεκατομύριο άνθρωποι ακόμη πεινάνε, το περιβάλλον καταστρέφεται και η βία αυξάνει. Δεν είναι πλέον περιθωριακές οι φωνές που υποστηρίζουν ότι είναι καιρός να εξετάσουμε κριτικά έναν από τους κεντρικούς μας θεσμούς, αυτόν της ιδιοκτησίας. Για να συνδέσουμε την ιδιοκτησία με τις προβληματικές οικονομικές και κοινωνικές  καταστάσεις  που θα περιγράψουμε δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε μια αυστηρή αιτιακή σχέση μεταξύ ιδιοκτησίας και προβλήματος, δηλαδή, ότι οι εξελίξεις της ιδιοκτησίας αποκλειστικά, αυτοδύναμα και μονοσήμαντα είναι που δημιουργούν το πρόβλημα. Θα μπορούσε κάποιος να συνεξετάσει το ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο, ή να θεωρήσει μια μακρύτερη αλυσίδα αιτιακών σχέσεων όπου, για παράδειγμα, στην αφετηρία υπάρχουν ανθρωπολογικά ή ιστορικά αίτια, κι επίσης όπου οι αιτιακές σχέσεις στη διαδρομή της αλυσίδας είναι σε ένα βαθμό αμφίδρομες. Σε κάθε περίπτωση, επειδή το θέμα της ιδιοκτησίας συνδέεται στενά με το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και κάθε θεωρία της ιδιοκτησίας επί της ουσίας υπερασπίζεται ή απορρίπτει την επικρατούσα κάθε φορά κατανομή πλούτου, θα υποστηρίξουμε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια για ξεπέρασμα προβλημάτων σαν αυτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κι ακόμη,  οποιαδήποτε προσπάθεια να ξεκαθαρίσουμε σε τι κόσμο θα θέλαμε να ζήσουμε, είναι απαραίτητο να εξετάσει κριτικά το ζήτημα της ιδιοκτησίας.

Η ουσία της ιδιοκτησίας προσεγγίζεται μόνο μέσα από την εξέλιξή της

Παρότι στην καθημερινότητα αναφερόμαστε χωρίς δεύτερη σκέψη στην έννοια της ιδιοκτησίας διακρίνοντας τα πράγματα σε «δικά μας» και «ξένα», μια πιο προσεκτική θεώρηση αναδεικνύει την περιπλοκότητα του θέματος. Τα πράγματα για τα οποία η έννοια της ιδιοκτησίας είναι λογικά και διαισθητικά ξεκάθαρη, είναι τα προσωπικά αντικείμενα: Τα ρούχα, το αυτοκίνητο, τα έπιπλα, το σπίτι, κλπ. Τα βαρύνοντα όμως αντικείμενα ιδιοκτησίας δεν είναι αυτά, είναι οι διάφοροι φυσικοί πόροι, εγκαταστάσεις, ιδρύματα, επιχειρήσεις, πνευματικά δημιουργήματα, περίπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα κλ.π. Για αυτή τη δεύτερη ομάδα αντικειμένων τα πράγματα είναι λιγότερο ξεκάθαρα και ο ορισμός της  ιδιοκτησίας γίνεται εξαιρετικά δύσκολος. Τι κοινό έχει η ιδιοκτησία  ενός κομματιού γής, η ιδιοκτησία ενός  εργοστασίου, η ιδιοκτησία μιας πατέντας, η ιδιοκτησία ενός παραγώγου, η ιδιοκτησία ενός δρόμου ή μιας γέφυρας, (με την έννοια του δικαιώματος  αποκλειστικής εκμετάλλευσης), η ιδιοκτησία ενός εμπορικού σήματος, κλπ ; Τι μπορούμε να πούμε πέρα  από το ότι όλα αυτά τα είδη ιδιοκτησίας είναι απλώς επωφελή για τον ιδιοκτήτη επειδή με κάποιον τρόπο αποκλείουν όλους τους άλλους ; Αυτό όμως δεν διαφωτίζει και πολύ. Ο  οριστικός ορισμός της  ιδιοκτησίας είναι  δύσκολος επειδή πρόκειται για μια δυναμική έννοια που εξελίσσεται ταχύτατα και αντανακλά τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, καθώς και τις παραγωγικές σχέσεις κάθε τόπου και εποχής. Έτσι, η δική μας θέση είναι ότι μόνο μέσα από τη θεώρηση της εξέλιξης της ιδιοκτησίας διαχρονικά μπορεί να προσεγγιστεί η ουσία της.

Το πέρασμα της ανθρωπότητας από κάποια μεγάλα στάδια, το πρωτόγονο κοινοτικό, το δουλοκτητικό, το φεουδαρχικό, το καπιταλιστικό, και το σοσιαλιστικό σε ένα μέρος του 20ου αιώνα, συνοδεύτηκε από δραματικές αλλαγές στον τρόπο κατανόησης και εφαρμογής των «δικαιωμάτων ιδιοκτησίας». Σε προκαπιταλιστικές εποχές, η κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο βασιζόταν κυρίως σε πολιτικούς – με την ευρεία έννοια – παράγοντες  όπως, για παράδειγμα, στην εξουσία μιας τάξης ευγενών ή γαιοκτημόνων επάνω σε μια άλλη τάξη αγροτών. Καθώς οι άνθρωποι εντάσσονταν στις τάξεις με βάση την καταγωγή τους, (άρα υπήρχε ελάχιστη κινητικότητα μεταξύ των τάξεων), η οικονομική υπεροχή ήταν διασφαλισμένη κι έτσι ή ιδιοκτησία είχε σχετικά περιορισμένο ρόλο και εύρος. Με την άνοδο όμως της αστικής τάξης, όλοι έγιναν, θεωρητικά τουλάχιστον, ελεύθεροι να διεκδικήσουν μερίδιο στον παραγόμενο πλούτο μέσα από την ελεύθερη οικονομική τους  δραστηριότητα. Σε αυτές τις συνθήκες το οικονομικό πλεονέκτημα μπορούσε να διασφαλιστεί μόνο από ολοένα και πιο εξεζητημένες μορφές ιδιοκτησίας, δηλαδή από εξεζητημένους τρόπους αποκλεισμού των άλλων από όσο το δυνατόν περισσότερους και στρατηγικότερους πόρους.

Στις μέρες μας η ιδιοκτησία έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Μεταξύ άλλων:

–          Έχει εξαπλωθεί σε φυσικούς πόρους που μέχρι πρότινος ήταν ελεύθεροι, όπως το νερό, (ακόμη και το νερό της βροχής σε κάποιες περιπτώσεις), και η δημόσια γη.

–          Μέσα από τον δούρειο ίππο των «πνευματικών δικαιωμάτων» έχει εξαπλωθεί σε σπόρους φυτών, ζώντες οργανισμούς, αλλά και το ανθρώπινο γονιδίωμα.

–          Περιλαμβάνει το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα, με όλες τις εφαρμογές του.

–          Περιλαμβάνει επίσης πράγματα που ακόμη δεν έχουν παραχθεί, όπως είναι η μελλοντική παραγωγή τροφίμων ή πρώτων υλών που γίνονται αντικείμενα κερδοσκοπικής αγοραπωλησίας και επομένως απρόσιτα σε οποιονδήποτε τα έχει ανάγκη για άμεση χρήση και όχι για πλουτισμό, αλλά δεν μπορεί να τα πληρώσει.

Πως έφτασαν τα πράγματα ως εδώ ; Κάποιοι φιλόσοφοι εντοπίζουν την προέλευση της ιδιοκτησίας στο φυσικό δίκαιο ή την ηθική, ενώ άλλοι τη θεωρούν κοινωνική σύμβαση. Προφανώς,  τίποτε από αυτά δεν είναι πειστικό για τα πιο πάνω είδη ιδιοκτησίας, έτσι προτιμότερο είναι να καταφύγουμε σε μια περιγραφική προσέγγιση:

Η ανθρώπινη ζωή εξαρτάται από την κατανάλωση χρήσιμων για την επιβίωση αγαθών. Η κατανάλωση εξαντλεί τα αγαθά, κι έτσι είναι απαραίτητη η ανανέωση τους από τον άνθρωπο, δηλαδή η παραγωγή. Για να παραχθεί οποιοδήποτε προϊόν  χρειάζονται τρεις παράγοντες: Το υποκείμενο της παραγωγής, αυτός δηλαδή που εργάζεται, το αντικείμενο της παραγωγής, το υλικό δηλαδή στο οποίο επενεργεί, και το μέσον της παραγωγής, δηλαδή το εργαλείο  εφόσον ο άνθρωπος δεν δουλεύει με γυμνά χέρια. Για παράδειγμα, ένας αγρότης οργώνει τη γη με ένα τρακτέρ. Μια μικρή διαφορά υπάρχει στις υπηρεσίες, όπου το αντικείμενο της παραγωγής, που δίνει υλική υπόσταση στο προϊόν,  μπορεί να λείπει, παραμένουν όμως το υποκείμενο και το μέσον, ενώ το προϊόν είναι πλέον  άυλο. Έτσι, για παράδειγμα, ένας καθηγητής διδάσκει με τη βοήθεια ενός πίνακα, αίθουσας κλπ.  Ζητούμενο της παραγωγικής διαδικασίας είναι το προϊόν. Αυτό θέλει να αποκτήσει ο καθένας.  Από καταβολής της ανθρωπότητας υπάρχουν μόνο δύο τρόποι για να αποκτηθεί ένα αγαθό: Η παραγωγή και η αρπαγή. Η αρπαγή επεμβαίνει στην κατανομή όσων παρήχθησαν και δίνει το πλεονέκτημα να μπορεί κανείς να απολαμβάνει κάτι με λιγότερο κόπο από ότι αν το παρήγαγε ο ίδιος. Η αρπαγή  μπορεί να γίνει τόσο με βίαια όσο και με οικονομικά μέσα. Τα βίαια μέσα χρειάζονται όταν κάποιος  δεν εμπλέκεται με κανέναν τρόπο στην παραγωγική διαδικασία, ούτε ελέγχει κάποιον από τους τρεις παράγοντες που αναφέραμε, οπότε στοχεύει κατευθείαν στην αρπαγή του προϊόντος με κλοπές, ληστείες, επιδρομές, κλπ. Όμως, αυτός ο τρόπος ιδιοποίησης δεν μπορεί να εγγυηθεί κανονικότητα.  Κι εδώ έρχεται η ιδιοκτησία: Όταν κάποιος εμπλέκεται ή ελέγχει τουλάχιστον έναν από τους τρεις παράγοντες δεν χρειάζεται  πια να αρπάξει αλλά μπορεί να ιδιοποιηθεί ειρηνικά.  Ολόκληροι πολιτισμοί χαρακτηρίστηκαν από τα οικονομικά τους συστήματα, και αυτά με τη σειρά τους χαρακτηρίστηκαν από το ποιος από τους τρείς παράγοντες ήταν το αποφασιστικό αντικείμενο ιδιοκτησίας. Έτσι, στη Δουλοκτησία  των αρχαίων χρόνων η ιδιοποίηση βασίζεται στην ιδιοκτησία του υποκειμένου της παραγωγής. Τα παραγωγικά μέσα είναι σχετικά πρωτόγονα, η γη σχετικά άφθονη και ο πληθυσμός σχετικά μικρός. Άρα, ο συντελεστής που είναι στρατηγικός γιατί σπανίζει, είναι ο άνθρωπος – εργάτης που γίνεται δούλος. Στη Φεουδαρχία η συνεχής επέκταση της καλλιεργήσιμης γης εξαντλεί τις εκτάσεις. Ο ανθρώπινος πληθυσμός έχει αυξηθεί, έτσι βασικό αντικείμενο ιδιοκτησίας γίνεται  η γη, που με βάση αυτή οι άνθρωποι δένονται με ένα πλέγμα σχέσεων. Οι δουλοπάροικοι είναι ένα  εξάρτημα της γής, αλλά με μια έννοια η γη είναι και δική τους, ανήκουν σε αυτήν, αλλά και τους ανήκει. Σε κάθε περίπτωση, η φύση, δηλαδή η γη, είναι το στρατηγικό αντικείμενο ιδιοκτησίας. Με βάση αυτό ιεραρχείται η κοινωνία και από αυτό απορρέουν πολιτικά δικαιώματα

Στον Καπιταλισμό, οι μηχανές επαναστατικοποιούν την παραγωγή. Μια μηχανή μπορεί να υποκαταστήσει χιλιάδες εργαζόμενους. Το μέσον παραγωγής είναι πλέον περίπλοκο και το κόστος του είναι τέτοιο που δεν μπορεί να το διαθέτει ο καθένας. Έτσι, ο ιδιοκτήτης του μέσου παραγωγής ελέγχει τον κρίσιμο παράγοντα στην παραγωγική διαδικασία.  Σε αυτό το στάδιο βρήκε και περιέγραψε τον Καπιταλισμό ο Μάρξ.  Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν πολύ από τότε, και μαζί τους η μορφή της ιδιοκτησίας: Συγκεκριμένα, στο πιο πάνω απλό σχήμα, με την ένταση της οικονομικής δραστηριότητας αναβαθμίστηκαν παράγοντες που πριν είχαν δευτερεύοντα, ή απλά υποστηρικτικό  ρόλο. Για παράδειγμα, για το πιο πάνω παραγωγικό σχήμα είναι απαραίτητο το κύκλωμα του χρήματος. Το χρήμα, φυσικά, ήταν πάντα επιθυμητό αλλά δεν είχε τη σημασία στην οικονομική  διαδικασία που έχει σήμερα στην «Χρηματοοικονομική», όπως  χαρακτηρίζεται,  φάση του Καπιταλισμού. Έτσι, όποιος  ελέγχει τη δημιουργία και την κυκλοφορία του χρήματος και των συναφών χρηματοοικονομικών προϊόντων μπορεί επίσης να ιδιοποιείται μέρος του παραγόμενου προϊόντος, συχνά πιο αποτελεσματικά από ότι αν συμμετείχε ο ίδιος στην παραγωγή. Επειδή η περιπλοκότητα της παραγωγικής  διαδικασίας απαιτεί ειδικές γνώσεις και εφαρμογές, αν κάποιος μπορεί να τις ελέγξει μπορεί επίσης να ιδιοποιηθεί μέρος του παραγόμενου προϊόντος. Έτσι, εμφανίζεται η ιδιοκτησία σε πνευματικά αγαθά – τα πνευματικά δικαιώματα. Αν οι επικοινωνίες έχουν σημαντικό ρόλο, τότε όποιος τις ελέγχει μπορεί επίσης να ιδιοποιηθεί μέρος του παραγόμενου προϊόντος. Έτσι, εμφανίζεται η ιδιοκτησία στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα και σε δίκτυα επικοινωνίας. Όσο παγκοσμιοποιούνται οι αγορές και εντείνεται ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας, η εμπορία και μετακίνηση προϊόντων ή πρώτων υλών γίνεται μια στρατηγική διαδικασία. Έτσι εμφανίζονται εξεζητημένα εμπορικά προϊόντα  όπως οι τίτλοι μελλοντικής παραγωγής που όποιος μπορεί να τους αποκτήσει μπορεί με τη σειρά του να ιδιοποιηθεί μέρος του παραγόμενου προϊόντος, κ.ο.κ.  Όσο  συνεχίζεται αυτή η τάση, κάποιος  που θέλει να προβλέψει την μελλοντική εξέλιξη της ιδιοκτησίας δεν έχει παρά να προσπαθήσει να προσδιορίσει ποιοι νέοι παράγοντες θα αποκτήσουν στρατηγικό ρόλο στο οικονομικό κύκλωμα, και θα ξέρει αυτόματα προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η ιδιοκτησία. Δεν φαίνεται να υπάρχουν φυσικά ή κοινωνικά όρια στην εξάπλωση της ιδιοκτησίας όσο το κέρδος παραμένει ένας θεμιτός κοινωνικός στόχος και είναι το βασικό κίνητρο της οικονομικής δραστηριότητας.

Κοινωνικές και Οικονομικές επιπτώσεις

Μια τέτοια εξέλιξη της ιδιοκτησίας είναι προβληματική, τόσο από κοινωνική όσο και από οικονομική σκοπιά.  Το κοινωνικό πρόβλημα φαίνεται στη μεγέθυνση της εισοδηματικής ανισότητας, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα διάφορα είδη ιδιοκτησίας επιτρέπουν την δυσανάλογη ιδιοποίηση των παραγόμενων αγαθών από όσους κατέχουν τα διάφορα, παραδοσιακά ή σύγχρονα, ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Παράλληλα, αντί η διαρκής εισαγωγή της τεχνολογίας στην παραγωγή να μειώνει το μέσο χρόνο εργασίας και να αποβαίνει σε όφελος της κοινωνίας,  αυξάνει την ανεργία, αφού οι διάφορες μηχανές και τα συστήματα που υποκαθιστούν την εργασία είναι ιδιοκτησία σχετικά μικρών ομάδων συμφερόντων.  Είναι χαρακτηριστικό ότι η όποια «οικονομική ανάκαμψη» από τις κρίσεις των τελευταίων ετών, γίνεται αισθητή με χρηματιστηριακούς όρους, ή αφορά δείκτες, όπως το ΑΕΠ, αλλά έχει ουσιαστικά αποσυνδεθεί από την απασχόληση. Η κυρίαρχη τάση είναι να κινούμαστε σταθερά σε μορφές μερικής και κακοπληρωμένης απασχόλησης. Με τη σειρά της η πτώση του βιοτικού  επιπέδου μεγάλου μέρους του πληθυσμού που βρίσκεται στο κάτω μέρος της εισοδηματικής πυραμίδας, επιτείνει κάθε είδους κοινωνικά προβλήματα. Για παράδειγμα, αυξάνει η παραβατικότητα, και ειδικότερα τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, αναδύονται ρατσιστικές και άλλες βίαιες συμπεριφορές, κλπ.

Από την άλλη μεριά,  το ίδιο το οικονομικό σύστημα, ακόμη κι αν το θεωρήσουμε ανεξάρτητο από τις ανθρώπινες ανάγκες που υποτίθεται ότι πρέπει να εξυπηρετεί, είναι δυσλειτουργικό: ενώ η συσσώρευση κερδών είναι ο υπέρτατος στόχος, υπάρχουν όρια στο πόσο πλούσιος μπορεί να γίνει  κανείς, όταν οι άλλοι γύρω του παραμένουν σχετικά φτωχοί. Συνήθεις λύσεις είναι:

–          Η επέκταση στο χρόνο μέσω δανεισμού των καταναλωτών και των δημόσιων προϋπολογισμών για διατήρηση της ζήτησης που κάμπτεται. Το αποτέλεσμα είναι «φούσκες» και κρίσεις.

–          Η επέκταση στο χώρο. Όμως η παγκοσμιοποίηση εξαντλεί αυτή τη δυνατότητα αφού και άλλοι που λειτουργούν σε μια ενοποιημένη παγκόσμια οικονομία προσπαθούν να κάνουν ακριβώς το ίδιο.

–          Η επέκταση στο χρόνο με μια άλλη λογική, αυτή της «διαρκούς ανάπτυξης» με ρυθμούς που να διασφαλίζουν την κεφαλαιοποίηση των κερδών. Στην περίπτωση αυτή, (που παρουσιάζει ούτως ή άλλως αξεπέραστες τεχνικές δυσκολίες), η ανάπτυξη είναι αυτοσκοπός του συστήματος αδιαφορώντας για περιβαλλοντικά προβλήματα ή τις ανθρώπινες ανάγκες. Το αδιέξοδο είναι προφανές.

 

Υπάρχουν εναλλακτικές ;

Στον 20ο αιώνα, η εμπειρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ο οποίος έδωσε στο κράτος την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και άλλων σημαντικών πόρων, κάθε άλλο παρά θετική  μπορεί να χαρακτηριστεί. Η μισθωτή εργασία διατηρήθηκε και η συγκέντρωση δύναμης ενώ έφυγε από τους καπιταλιστές δεν πήγε στο λαό, πήγε στο κομμουνιστικό κόμμα. Ο έμμεσος, μέσω της αγοράς, έλεγχος της οικονομίας,  (δηλαδή, τι, πόσο και για ποιόν παράγεται), πέρασε στον άμεσο έλεγχο των γραφειοκρατών μέσω του κεντρικού σχεδιασμού. Βεβαίως, κάποια βασικά αγαθά διασφαλίστηκαν για όλους, η ανεργία ήταν ελάχιστη, και η ψαλίδα των εισοδημάτων ήταν μικρή. Ωστόσο στο σύστημα αυτό η προσπάθεια για ισότητα περιορίστηκε στο οικονομικό, δεν επεκτάθηκε στο πολιτικό επίπεδο και σε κάθε περίπτωση το σύστημα απέτυχε να συνθέσει την όποια ισότητα με το αίτημα της ελευθερίας.

Θα παραθέσουμε, ενδεικτικά και πολύ συνοπτικά μια από τις εναλλακτικές που διατυπώνονται, γνωστή ως «Περιεκτική Δημοκρατία» [1], η οποία προσπαθεί να αξιοποιήσει τα καλά στοιχεία του κάθε συστήματος. Η βασική ιδέα είναι η Δημοκρατία, όχι βέβαια όπως εμφανίζεται στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική μορφή της, αλλά νοούμενη με την κλασική της έννοια,  σαν ίση κατανομή δύναμης που θα ισχύσει όχι μόνο στο πολιτικό  αλλά και στο οικονομικό επίπεδο.  Στην προσπάθεια οι οικονομικές αποφάσεις να αποκεντρωθούν, να περάσουν στον έλεγχο της κοινωνίας και να γίνει ουσιαστική η συμμετοχή των πολιτών στις υποθέσεις που τους αφορούν, αναβαθμίζεται ο ρόλος της τοπικής κοινότητας, δηλαδή του Δήμου. Προτείνεται δημοτική ιδιοκτησία και έλεγχος των μέσων παραγωγής και όλων των κρίσιμων πόρων. Βασικός στόχος είναι η τοπική οικονομική αυτοδυναμία,  που είναι κάτι διαφορετικό από την αυτάρκεια. Οικονομική αυτοδυναμία σημαίνει  οικονομική δραστηριότητα βασισμένη στους τοπικούς  πόρους, ανθρώπινους και φυσικούς,  και προσανατολισμένη στις τοπικές ανάγκες. Φυσικά οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν πλήρως από την τοπική παραγωγή, έτσι, παράλληλα, υπάρχουν ανταλλαγές με άλλους Δήμους με τους οποίους υπάρχει συνένωση σε μια συνομοσπονδία. Σε κάθε Δήμο, μια αμεσοδημοκρατική δημοτική συνέλευση παίρνει  μεταξύ άλλων και τις βασικές οικονομικές αποφάσεις. Τα αγαθά χωρίζονται από τη συνομοσπονδιακή  συνέλευση – και όχι από κάποιον «ειδικό» οικονομικό σχεδιαστή – σε δύο κατηγορίες, τα βασικά και τα «μη βασικά» αγαθά, που θα τα λέγαμε «πολυτελείας». Φυσικά, για το διαχωρισμό αυτό λαμβάνονται υπόψιν οι υπάρχουσες παραγωγικές δυνατότητες. Τα βασικά αγαθά παράγονται βάσει Δημοτικού πλάνου που είναι κοινό για όλες τις κοινότητες  της συνομοσπονδίας και διανέμονται σε όλους. Αυτό διασφαλίζει την κάλυψη των βασικών αναγκών όλου του πληθυσμού βάσει της αρχής «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις τις ανάγκες του». Όλοι οι δυνάμενοι να εργαστούν πρέπει να εργάζονται κάποιο ελάχιστο υποχρεωτικό χρόνο εβδομαδιαία, έτσι ώστε να συμβάλλουν στην παραγωγή των βασικών αγαθών που τους διατίθενται.  Ωστόσο, δεν εξαναγκάζονται να περιοριστούν στα βασικά αγαθά όσοι θέλουν να δουλέψουν και να καταναλώσουν περισσότερο.  Έτσι, όσοι το επιθυμούν μπορούν να εργάζονται πρόσθετες ώρες για να αποκτήσουν μη βασικά αγαθά που παράγονται  στο Δήμο τους και διανέμονται μέσω ενός μηχανισμού τεχνητής αγοράς. Βασικό πλεονέκτημα της πιο πάνω πρότασης είναι ότι τίποτε δεν θεωρείται «αντικειμενικά» δεδομένο και τα πάντα υπόκεινται στις συμμετοχικές αποφάσεις της συνέλευσης όλων των δημοτών.

Μικρή σημασία έχει αν η πρόταση αυτή μπορεί να έχει αδυναμίες και να επιδέχεται βελτιώσεις, όπως μικρή σημασία έχει ότι υπάρχουν και άλλες, ενδεχομένως καλύτερες, εναλλακτικές προτάσεις. Σημασία έχει ότι οφείλουμε να προβληματιζόμαστε στην κατεύθυνση μιας ριζικής αλλαγής των σχέσεων ιδιοκτησίας.


[1] Η πρόταση παρατίθεται και αναλύεται διεξοδικά στο ομώνυμο βιβλίο του Τάκη Φωτόπουλου «Περιεκτική Δημοκρατία», εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 1999.

Advertisements
This entry was posted in Φιλοσοφικά Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s