Η σχέση Πολέμου και Οικονομίας: Περί της δυνατότητας εξάλειψης των πολέμων σε μια πλήρως παγκοσμιοποιημένη Οικονομία

Στο παρόν δεν θα επιχειρήσω να πάρω θέση στο πιο πάνω ερώτημα, αλλά θα περιοριστώ να παρουσιάσω ένα μέρος του «διαλόγου» που έχει γίνει σχετικά.

Καταρχήν, ακόμη κι αν δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω υπόθεση, πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν είναι αυθαίρετη: Είναι προφανές ότι οικονομία και πόλεμος σχετίζονται στενά. Από την οπτική του ερωτήματός μας, η σημαντική σχέση είναι ότι και τα δύο είναι μέσα απόκτησης. Σύμφωνα με μια άποψη, ανέκαθεν υπήρχαν, και εξακολουθούν να υπάρχουν, δύο μόνο τρόποι για να αποκτήσει κανείς,  άνθρωπος ή ομάδα, κάτι που χρειάζεται: Είτε θα το παράξει, είτε θα το αρπάξει.  Η αρπαγή μπορεί να γίνει, ανάλογα με την περίσταση, εξίσου αποτελεσματικά με πολεμικά ή με οικονομικά μέσα. Άρα υπάρχει, θεωρητικά, περίπτωση στο μέλλον το ένα μέσον, δηλαδή ο πόλεμος, να εγκαταλειφθεί και να επικρατήσει το άλλο, δηλαδή η οικονομία.

Η πρόβλεψη αυτή διατυπώθηκε από πολλούς διανοητές σε διάφορες περιόδους και ιστορικές συγκυρίες, αλλά, ενδεχομένως, ποτέ δεν διατυπώθηκε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ποτέ δεν είχε τόσο ενθουσιώδη απήχηση όσο το 1910, όταν ο Άγγλος συγγραφέας και πολιτικός Norman Angell  κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τον τίτλο  «Η Μεγάλη Χίμαιρα», (the Great Illusion)[1]. Εκεί υποστηρίζεται ότι η οικονομική παγκοσμιοποίηση που προέκυψε στο 19ο αιώνα είναι τόσο έντονη που κάθε σύγκρουση θα καταστρέψει εξίσου νικητές και ηττημένους, αφού οι μεγάλες επιχειρήσεις κάθε  κράτους έχουν εξίσου ζωτικά συμφέροντα σε αντίπαλες χώρες όσο και στη μητρόπολη. Η άποψη αυτή διατυπώθηκε σε μια περίοδο έντονης διεθνοποίησης της οικονομίας. Πράγματι, από το 1840 η διεθνής οικονομία εξελίχθηκε όπως περίπου την οραματίσθηκαν  ο Adam Smith και οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι: τεράστια εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου, εξαγωγές κεφαλαίων, κατάργηση δασμών, ελεύθερο εμπόριο, νομισματική σταθερότητα. Ο Κώστας Βεργόπουλος  αναφέρει ότι από πολλές απόψεις η παγκόσμια οικονομία εμφάνιζε μεγαλύτερο βαθμό διεθνοποίησης στις παραμονές του 1ου παγκ. Πολέμου από ότι σήμερα, (δηλαδή το 1999 που έγραφε το βιβλίο του).

Αλλά και στο Μαρξιστικό στρατόπεδο υπήρχε μια αντίστοιχη προσδοκία, ότι μια ορισμένη διευθέτηση των οικονομικών πραγμάτων μπορεί να στείλει τους πολέμους στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας»,  αν και από άλλη οπτική και άλλες αφετηρίες. Στη Μαρξιστική θεώρηση  κεντρικό ρόλο έχει η σχέση κυρίου – δούλου. Όλη η ανθρώπινη ιστορία, αν εξαιρέσουμε τις πρωτόγονες κοινωνίες όπου υπήρχε κοινοκτημοσύνη, εδράζεται στη σχέση εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων που αλλάζει μορφή αλλά όχι ουσία: Κύριος – δούλος στην αρχαιότητα, ευγενής – δουλοπάροικος στη Φεουδαρχία, αφεντικό – εργαζόμενος στον Καπιταλισμό. Οι πόλεμοι προέρχονται από τις συγκρούσεις  μεταξύ των τάξεων αυτών που μετασχηματίζουν την κοινωνία εξελίσσοντάς την[2]. Άρα, προϋπόθεση για να σταματήσουν οι πόλεμοι είναι μια παγκόσμια αταξική κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, κάτι που θα είναι και το τελευταίο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης.

Αναλύοντας τους πολέμους του καπιταλισμού τον 19ο αιώνα ο Χίλφερντιν[3], εστίασε στις εξελίξεις στη Γερμανία και περιέγραψε μια κατάσταση σύμφυσης του χρηματιστικού και του Βιομηχανικού κεφαλαίου και την συνακόλουθη δημιουργία καρτέλ που διαρκώς μεγαλώνουν και τελικά ρυθμίζουν όλη την οικονομία. Ο ανταγωνισμός μειώνεται στο εσωτερικό αλλά εντείνεται  εκτός συνόρων έτσι που να ανταγωνίζονται διαφορετικά εθνικά καρτέλ. Το εκρηκτικό αυτό σκηνικό οδηγεί σε πολέμους. Αυτή η ανάλυση είναι πέραν του Μαρξ, ο οποίος στην εποχή του έζησε και περιέγραψε διαφορετικούς πολέμους: Τον πόλεμο του οπίου της Αγγλίας εναντίον της Κίνας, τον Κριμαϊκό πόλεμο, τον Αμερικανικό εμφύλιο, τον Γαλλορωσικό πόλεμο, και τους κατανόησε όλους σαν πολέμους του καπιταλισμού εναντίον προ-καπιταλιστικών συστημάτων. Ακόμη και η Ελληνική επανάσταση του 1821 μπορεί να ιδωθεί υπό αυτό το πρίσμα, αφού ο Καπιταλισμός δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει στο πλαίσιο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όταν αργότερα ο Χίλφερντιν έγινε υπουργός στη δημοκρατία της Βαϊμάρης διαφοροποίησε τη θέση του και θεώρησε ότι τα ανταγωνιστικά εθνικά καρτέλ δεν θα συγκρουστούν υποχρεωτικά αλλά ότι μπορούν και να συνεργαστούν.

Όμως, γιατί συγκρούονται ; Φταίει ο Καπιταλισμός γενικώς, ή ένα «παραστράτημά του» που θα μπορούσε να ελεγχθεί ; Κάποιοι φιλελεύθεροι όπως ο Χόμπσον, αλλά και κάποιοι μαρξιστές όπως ο Κάουτσκι[4] κάνουν μια διάκριση και θεωρούν τον ιμπεριαλισμό ως αποτέλεσμα των συμφερόντων του παρασιτικού Χρηματιστικού κεφαλαίου που προτιμούσε την απόδοση δανείων που δίνονταν στο εξωτερικό και όχι το ρίσκο των επενδύσεων στο εσωτερικό. Επομένως, τα χρηματιστικά κεφάλαια ευνοούσαν την αποικιοκρατική εξάπλωση σαν μέσον διασφάλισης της αποπληρωμής των δανείων. Αντίθετα, το βιομηχανικό κεφάλαιο βλέπει στις εξαγωγές μια θαυμάσια διέξοδο για τα κέρδη του και θέλει διεθνή συνεργασία. Μια εξαίρεση εντός του βιομηχανικού κλάδου είναι οι πολεμικές βιομηχανίες αλλά το κόστος των εξοπλισμών είναι ανεπιθύμητο σε όλους τους άλλους.

Υπάρχουν όμως και άλλοι όπως ο Μπουχάριν που δεν συμμερίζονται την άποψη ότι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι κάτι διαφορετικό από το βιομηχανικό: και τα δύο συνεργάζονται στην προσπάθειά τους να υποτάξουν το κράτος στους σκοπούς τους κι έτσι εμφανίζεται ένα καινούριο μόρφωμα το ιμπεριαλιστικό κράτος. Τότε οικονομία και πολιτική γίνονται ένα και ο πόλεμος είναι κεντρική επιλογή του συστήματος. Παρότι οι απόψεις αυτές δικαιώθηκαν από τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, η κριτική συνεχίστηκε και πολλοί συνεχίζουν να θεωρούν ότι στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία οι πόλεμοι σταδιακά θα εξαλειφθούν.

Οι Hardt και Negri στο “Empire” υποστηρίζουν ότι οι ελίτ που αποφασίζουν έναν πόλεμο, (έχοντας υπόψιν τους προφανώς το Ιράκ), δεν κατανοούν τα αληθινά τους συμφέροντα.  Η καπιταλιστική εκμετάλλευση είναι μια οικονομική διαδικασία. Παρότι ο Καπιταλισμός χρειάζεται ένα κράτος για να ελέγξει την κοινωνία, δεν χρειάζεται κράτη που πολεμούν το ένα το άλλο, αυτή είναι μια προ-καπιταλιστική πρακτική.  Το ίδιο λένε και πολλοί Οικονομολόγοι. Τι έχει, όμως, αλλάξει σήμερα σε σχέση με τις παραμονές των δύο παγκοσμίων πολέμων για να επαναλαμβάνουμε μια πρόβλεψη που στο παρελθόν διαψεύσθηκε πανηγυρικά; Μερικοί θεωρούν ότι αυτό που έχει αλλάξει είναι η «Πολυεθνική Εταιρεία», και ότι η σημερινή «παγκοσμιοποίηση» είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό από τη «διεθνοποίηση» της οικονομίας του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι ενώ στη διεθνοποιημένη οικονομία υπάρχει κίνηση αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, η παραγωγή παραμένει εθνική. Αντίθετα, στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία ακόμη και η παραγωγή απομακρύνεται από τη χώρα προέλευσης της πολυεθνικής εταιρείας και υπάρχει ένας παγκόσμιος καταμερισμός εργασιών. Η πολυεθνική εταιρεία έχει όλο και χαλαρώτερους δεσμούς με τη χώρα καταγωγής. Πραγματική της πατρίδα είναι η παγκόσμια οικονομία και δεν επιθυμεί πολέμους. Ο Thomas Friedman, ενδεικτικά, αναφέρει[5] ότι δεν γίνεται πόλεμος ανάμεσα σε χώρες όπου υπάρχουν Mc Donald’s, ή όπου υπάρχει η εταιρεία Dell, αντίστοιχα ο David Harvey, όπου  υπάρχει η εταιρεία Walmart κ.ο.κ. Βέβαια, πίσω από τις απόψεις του Friedman και άλλων όπως ο Fukuyama, η ο Rawls, υπάρχει μια συλλογιστική που ξεπερνάει την καθαρά οικονομική αιτιολόγηση και πάει στη πολιτική υπεροχή του φιλελευθερισμού, κάτι που ξεφεύγει από τον σκοπό του παρόντος κειμένου. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να μη σχολιάσει ότι όταν σήμερα βλέπουμε πολέμους μεταξύ μιας ισχυρής «φιλελεύθερης-δημοκρατικής» χώρας ή ενός συνασπισμού τέτοιων χωρών και μιας άλλης, «ανεπαρκώς παγκοσμιοποιημένης», (πχ. Λιβύη, Ιράκ), πέφτει το φιλελεύθερο προσωπείο και εμφανίζεται ο ολοκληρωτισμός. Γιατί τι άλλο από ωμός ολοκληρωτισμός είναι η βίαιη προσάρτηση στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον όσων θα ήθελαν να απέχουν ή να συμμετέχουν με τους δικούς τους όρους σε αυτό, με ταυτόχρονη προβολή από μέρους των ισχυρών του ιδανικού μιας «pax universalis» που στην πραγματικότητα δεν στηρίζεται σε ισότιμη συμμετοχή αλλά στην υποταγή όσων διαφωνούν ;

Όμως δεν υπάρχουν ελπίδες ειρήνης όσο παραμένει άλυτο το πολιτικά και ψυχολογικά κεντρικό ζήτημα της κατανομής των οικονομικών αγαθών και πόρων, το οποίο η φιλελεύθερη ιδεολογία αντιμετωπίζει με μια χωρίς νόημα «ισότητα ευκαιριών». Ακόμη όμως κι αν λυνόταν το πρόβλημα της κατανομής με την επικράτηση μιας πολύ πιο ουσιαστικής «ισότητας μέσων» ή «ισότητας πόρων», για να υπάρχει πιθανότητα μια τέτοια οικονομική διευθέτηση να εκτοπίσει σταδιακά τους πολέμους πρέπει να αποδείξουμε ότι οι οικονομικοί λόγοι έχουν πρωτεύοντα ρόλο σε κάθε σύγκρουση. Αυτή ήταν η άποψη των Μαρξ και Ένγκελς.

Βεβαίως, οι Μαρξ και Ένγκελς[6] απέχουν πολύ από το να θεωρούν ότι κάθε πόλεμος έχει άμεσα οικονομικά κίνητρα και ότι οι εμπόλεμοι προσδοκούν  απτά οικονομικά κέρδη.  Θεωρούν ότι οι πόλεμοι οφείλονται εν γένει σε οικονομικούς λόγους, με την έννοια ότι λαμβάνουν χώρα σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές, εθνικές, και ταξικές αντιπαραθέσεις μεταφράζουν στη γλώσσα τους τις θεμελιωδέστερες οικονομικές αιτίες. Με άλλα λόγια, οφείλουμε να προβληματιστούμε για το αν μπορούν να υπάρξουν αμιγώς εθνικές αντιπαραθέσεις, φυλετικές αντιπαραθέσεις, πολιτισμικές, θρησκευτικές κ.ο.κ. χωρίς να υπάρχει και το αντίστοιχο οικονομικό διακύβευμα. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι ο τριακονταετής πόλεμος έγινε μεταξύ καθολικών και διαμαρτυρόμενων αλλά είναι μάλλον αφελές να θεωρήσουμε ότι πρωταρχική αιτία της σύγκρουσης ήταν κάποια δογματικά θέματα της Χριστιανικής θρησκείας και να παραβλέψουμε τη σύγκρουση ζωτικών οικονομικών συμφερόντων των εμπολέμων.

Ο Ενγκελς προσπαθεί να καταδείξει την πρωτοκαθεδρία του οικονομικού παράγοντα έναντι στη βία με κάποια επιχειρήματα[7]:

  • · Η βία δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Είναι απλό μέσον για να επιτευχθεί κάτι άλλο και αυτό είναι το οικονομικό πλεονέκτημα.  Αυτό αποδεικνύεται από το ότι η υποταγή μιας ομάδας υπήρξε πάντοτε μέσον οικονομικής εκμετάλλευσης. Επίσης, η πολιτική συνομάδωση δεν υπήρξε ποτέ εγκαθιδρυμένη ως αυτοσκοπός, ούτε μπορεί η  βία να στηρίξει μόνιμες πολιτικές συνομαδώσεις. Αντίθετα, στα κοινά οικονομικά συμφέροντα μπορούν να στηριχτούν αρκετά σταθερές πολιτικές συνομαδώσεις
  • · Η βία μπορεί να μεταβάλλει την κατανομή των αγαθών, (αρπαγή), αλλά όχι τον τρόπο παραγωγής, αντίθετα υπάγεται σε αυτόν αν θέλει να καταναλώνει σε μακροχρόνια βάση. Μπορεί δηλαδή κάποιος να αρπάξει ένα εργοστάσιο αλλά τότε το λαβείν θα τελειώσει γρήγορα, και πρέπει να αρχίσει να παράγει. Τότε θα υπαχθεί αναγκαστικά στο οικονομικό περιβάλλον.
  • · Η βία χρειάζεται όπλα που τα παράγει η οικονομία. Άρα, η πολεμική ισχύς προϋποθέτει οικονομική ισχύ που επιτρέπει μακροχρόνιους πολέμους
  • · Τέλος, το να δώσουμε στον οικονομικό παράγοντα πρωτεύοντα ρόλο έχει ένα μεθοδολογικό πλεονέκτημα. Η ανάλυση της ιστορίας με βάση τις μακροπρόθεσμες οικονομικές εξελίξεις είναι πολύ γονιμότερη από τον προσανατολισμό στο φαινόμενο της πολιτικής βίας, γιατί αυτή δεν μπορεί να εξηγήσει τα ειδοποιά γνωρίσματα μιας κοινωνίας. Η βία ασκείται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κοινωνίες, άρα δεν εξηγεί τις διαφορές.

Τα πιο πάνω αναλαμβάνει να αντικρούσει Παναγιώτης Κονδύλης υποστηρίζοντας ότι όταν οι Μαρξ και Ένγκελς μιλάνε για πρωτείο της οικονομίας δεν έχουν δυσκολίες γιατί ταυτίζουν, εσφαλμένα, την εξουσία με τη βία. Όμως η εξουσία, (η ισχύς), όχι μόνο είναι κάτι ευρύτερο από τη βία, αλλά έχει και πρωτεύοντα ρόλο σε σχέση με την οικονομία. Αν είναι έτσι, τότε καμία διευθέτηση των οικονομικών πραγμάτων δεν μπορεί να εξαλείψει τους πολέμους, αφού θα συνεχίσουν με σκοπό τη συγκέντρωση ισχύος. Τα επιχειρήματα του Κονδύλη μπορούν να τυποποιηθούν ως εξής[8]:

  • Έστω ότι σκοπός της βίας είναι η ιδιοποίηση προϊόντων ξένης εργασίας και ξένη εργατικής δύναμης. Σε τι χρησιμεύει αυτή η ιδιοποίηση ; Αν αυτός που ασκεί τη βία ιδιοποιείται περισσότερα από όσα μπορεί να καταναλώσει και να αποθηκεύσει, τότε τι συνέπειες έχει ο πρόσθετος πλούτος για την κοινωνική θέση του κατόχου ; Προφανώς, απώτερος στόχος είναι η συγκέντρωση ισχύος. Τα αμιγώς οικονομικά κίνητρα της άσκησης βίας πηγάζουν από την αυτοσυντήρηση ή την άνεση. Τέτοιοι είναι οι πόλεμοι ανάμεσα σε αταξικές πρωτόγονες κοινωνίες. Ό,τι όμως πάει παραπέρα δίνει ευρύτερη έννοια στη βία.
  • · Όποιος διαρκώς και επιτυχώς ιδιοποιείται στο οικονομικό πεδίο έχει και αξίωση πολιτικής κυριαρχίας. Που σημαίνει ότι το πρώτο είναι μέσον για το δεύτερο. Αν δεν ήταν έτσι, οι άνθρωποι θα περιορίζονταν στο να μαζεύουν λεφτά και δεν θα έβαζαν σαν επόμενο στόχο την πολιτική κυριαρχία. Γνώμη μας είναι ότι αυτό είναι ένα παρακινδυνευμένο συμπέρασμα, καθώς η άλλη πλευρά μπορεί εύλογα να ισχυριστεί ότι, η πολιτική κυριαρχία χρειάζεται κυρίως για να διασφαλίζει μακροχρόνια την επιτυχή ιδιοποίηση.

Ο Κονδύλης, περιγράφει την ενδιαφέρουσα διαδικασία διαχωρισμού βίας – ισχύος ως εξής: Στην αρχική φάση αυτής της εξέλιξης, φυσική δύναμη και κοινωνικό προβάδισμα ταυτίζονται, άρα συμπίπτει και η άσκηση ισχύος και βίας, για παράδειγμα, ο πιο δυνατός είναι ο αρχηγός. Η αποφασιστική στροφή γίνεται όταν βία και ισχύς χωρίζονται, όχι βέβαια τελείως, αλλά δεν είναι αναγκαστικά ταυτόχρονες ούτε ασκούνται από τα ίδια άτομα, καθώς τη βία αναλαμβάνουν έμμισθα όργανα, για παράδειγμα, η αστυνομία. Μόνο όταν διαχωριστεί από την ωμή και αδιάκοπη χρήση βίας μπορεί η ισχύς να διαμορφωθεί πλήρως, δηλαδή να γίνει ιδεολογία, νόμος, κλπ και να κινηθεί παράλληλα με τον πολιτισμό.  Στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης η ισχύς εμφανίζεται ως σύστημα ή θεσμικά εδραιωμένη δομή, οπότε και η συνεχής άσκηση βίας είναι περιττή ακόμη κι αν παραμένει στο παρασκήνιο ως ultima ratio. Γιαυτό όποιος αντιδρά στην εξουσία φαίνεται να παρακωλύει βασικές λειτουργίες της κοινωνίας, όπως την παραγωγή.  Έτσι, μέσα σε συνθήκες πολιτισμού η ισχύς έχει απομακρυνθεί τόσο πολύ από τη βία που οι αξιώσεις ισχύος προβάλλουν ενίοτε στο όνομα της αποκήρυξης της βίας.

Συμπερασματικά, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Κατά τη γνώμη μας, η θεώρηση του Κονδύλη, παρά το εξαιρετικό της ενδιαφέρον, δεν μπορεί να πείσει ότι η ισχύς εντός του Καπιταλισμού μπορεί να νοηθεί διαχωρισμένη από το οικονομικό πλεονέκτημα. Αντίστοιχα, στη θεωρητική – ουτοπική αν θέλετε – περίπτωση μιας κομμουνιστικής αταξικής παγκόσμιας κοινωνίας, (όπου «ο καθένας προσφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του»), είναι δύσκολο να φανταστούμε τι σκοπό θα εξυπηρετούν οι πόλεμοι, αν ως πολέμους θεωρήσουμε όχι τις προσωπικές συγκρούσεις αλλά την ένοπλη αντιπαράθεση πολιτικά συγκροτημένων ομάδων.

Βασική Βιβλιογραφία

Γιώργος Πολίτης, Ελευθερία και Εξουσία, Αθήνα, 2010

Κώστας Βεργόπουλος, Παγκοσμιοποίηση Η Μεγάλη Χίμαιρα, Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1999

Μαρξ – Ένγκελς, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 1872

Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1999

Τάκης Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999

Chris Harman, Zombie Capitalism Global Crisis and the Relevance of Marx, Information Press, 2009


[1] Κώστας Βεργόπουλος, Παγκοσμιοποίηση Η Μεγάλη Χίμαιρα, Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1999, σσ 59 – 60.

[2] Μαρξ – Ένγκελς, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 1872

[3] Chris Harman, Zombie Capitalism Global Crisis and the Relevance of Marx, Information Press, 2009, σσ 89 – 92

[4] Chris Harman, Zombie Capitalism Global Crisis and the Relevance of Marx, Information Press, 2009, σσ 89 – 92

[5] Γιώργος Πολίτης, Ελευθερία και Εξουσία, Αθήνα, 2010, σελ. 285

[6] Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1999, σσ 175 – 207

[7] Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1999, σσ 175 – 207

[8] Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1999, σσ 175 – 207

Advertisements
This entry was posted in Φιλοσοφικά Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s