Κριτική της αντίληψης ότι η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων ισοδυναμεί με την αύξηση των κερδών τους

Σχόλιο στο άρθρο του Milton Friedman, The Social Responsibility of Business is to Increase Its Profits

 Αθήνα, Απρίλιος 2007

 Το Σεπτέμβριο του 1970, το περιοδικό The New York Times Magazine, δημοσίευσε ένα άρθρο του Νομπελίστα οικονομολόγου  Milton Friedman με τίτλο:

«The Social Responsibility of Business is to Increase Its Profits».

Στο παρόν, παρουσιάζεται μια περιεκτική περίληψη του άρθρου, και ακολουθεί ένας σχολιασμός.

Η περίληψη του άρθρου:

Πολλοί επιχειρηματίες υπερασπίζονται το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας  λέγοντας ότι οι επιχειρήσεις δεν ενδιαφέρονται μόνο για τα κέρδη, αλλά και για την απασχόληση, το περιβάλλον, κλπ. Οι επιχειρηματίες αυτοί είναι εν αγνοία τους τα ανδρείκελα δυνάμεων που δυναμιτίζουν εδώ και δεκαετίες τις βάσεις τις ελεύθερης κοινωνίας.

Τι σημαίνει να έχει μια επιχείρηση  «ευθύνη» ;  Ευθύνες έχουν μόνο οι άνθρωποι. Μια εταιρεία είναι ένα τεχνητό πρόσωπο και έχει μόνο τεχνητές ευθύνες, αλλά ο επιχειρηματικός κόσμος  ως όλο δεν μπορεί να έχει οποιουδήποτε είδους ευθύνες. Το πρώτο βήμα στην κατανόηση της «κοινωνικής ευθύνης» είναι να εξετάσουμε τι αυτή συνεπάγεται και για ποιόν. Προφανώς, τα υπεύθυνα άτομα είναι οι ιδιοκτήτες ή τα υψηλόβαθμα διοικητικά στελέχη. Σε μία ελεύθερη οικονομία, ένα στέλεχος είναι ένας υπάλληλος του επιχειρηματία και επομένως ένας διαχειριστής  υπεύθυνος απέναντι σε άλλους. Η επιθυμία του ιδιοκτήτη, εκτός κι αν πρόκειται για φιλανθρωπικό ίδρυμα,  είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους, εντός των ορίων του νόμου και της εθιμικής ηθικής.

Είναι καθαρότατα τα κριτήρια επιτυχίας του manager, (η μεγιστοποίηση του κέρδους), καθώς και το μεταξύ ποιών μερών έχει συναφθεί μία αυτοθελής και αβίαστη συμφωνία (μεταξύ του manager και του ιδιοκτήτη). Φυσικά ο manager είναι ένα ανεξάρτητο άτομο και μπορεί να έχει τις ηθικές του ευαισθησίες, π.χ. μπορεί να δραστηριοποιείται στην εκκλησία, να δίνει μέρος του εισοδήματός του σε αγαθοεργίες κλπ. Επίσης μπορεί να αρνηθεί να εργαστεί για διάφορες εταιρείες (π.χ. για βιομηχανίες όπλων), ή μπορεί να παραιτηθεί. Σε κάθε περίπτωση, σε αυτές του τις συμπεριφορές, που θα λέγαμε ότι σχετίζονται με τις «κοινωνικές του ευαισθησίες», είναι ο ίδιος η αρχή των πράξεών του δεν είναι αντιπρόσωπος κάποιου άλλου. Δαπανά τα δικά του λεφτά, χρόνο και ενέργεια και όχι των εργοδοτών του.

Τι σημαίνει να πούμε ότι ο manager έχει «κοινωνική ευθύνη» όχι σαν ιδιώτης αλλά σαν επιχειρηματίας ; Σε πρακτικούς όρους σημαίνει να κάνει επιλογές αντίθετες με το συμφέρον του ιδιοκτήτη. Π.χ. να μην ανεβάσει τις τιμές ενώ μπορεί, για να μην συμβάλει στον πληθωρισμό, ή να ξοδέψει περισσότερα για το περιβάλλον από όσα απαιτεί ο νόμος, ή να προσλάβει περισσότερους από όσους χρειάζονται στην επιχείρηση για να μειωθεί η ανεργία, κλπ.

Όμως αυτά τα κάνει με τα λεφτά των εργοδοτών του. Αυτοί, αν θέλουν, μπορούν να τα δαπανήσουν σύμφωνα με τη δική τους «κοινωνική ευαισθησία». Οι πράξεις του manager που περιγράψαμε ισοδυναμούν με επιβολή φόρου σε κάποιους και επιδοτήσεις κάποιων σκοπών που ο ίδιος επέλεξε. Στις περιπτώσεις αυτές αναλαμβάνει ρόλους που κανονικά έχει η κυβέρνηση.

Και έχουμε σύνταγμα, κοινοβούλιο και δικαιοσύνη για να ρυθμίζονται αυτά τα θέματα.

Ο manager που λειτουργεί έτσι, έχει συγκεντρώσει στο πρόσωπό του τη νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία. Καταστρατηγεί έτσι τη δημοκρατία. Εξ άλλου, αν θέλει να παίξει τέτοιο ρόλο θα έπρεπε να γίνει πολιτικός, να προπαγανδίσει τους στόχους του και να εκλεγεί.

Επίσης, δεν είναι ειδικός της Πολιτικής Οικονομίας. Οι ενέργειές του μπορεί να έχουν διαφορετικά από τα επιθυμητά αποτελέσματα, ή σημαντικά παράπλευρα αποτελέσματα.

Και, τέλος,  πώς θα αποφασίσει τι πρέπει να «χρεώσει» για τους σκοπούς αυτούς στους εργοδότες του ;  Φυσικά οι εργοδότες του θα αντιδράσουν  απολύοντάς τον.

Το δόγμα της «κοινωνικής ευθύνης» δοκιμάζεται σκληρά όταν χρησιμοποιείται σε διαπραγματεύσεις με τα συνδικάτα εργαζομένων για τη συγκράτηση των μισθών.

Η σύγκρουση συμφερόντων ξεγυμνώνεται όταν τα συνδικάτα ζητούν κατανόηση από τους εργαζομένους. Παράνομες απεργίες,  ανταρσίες κατώτερων μελών, κλπ είναι οι συνέπειες. Στις ΗΠΑ έχουμε το φαινόμενο οι εργατοπατέρες να έχουν αντιταχθεί στην ανάμιξη της πολιτείας στους νόμους της αγοράς με μεγαλύτερη συνέπεια και δυναμισμό από ότι η εργοδοσία.

Η δυσκολία στην άσκηση της  «κοινωνικής ευθύνης» δείχνει τη μεγάλη αρετή της ιδιωτικής ανταγωνιστικής επιχείρησης: Αναγκάζει τους ανθρώπους να είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και αν θέλει κάποιος να κάνει το «καλό» μπορεί να το κάνει με δικό του κόστος.

Μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι όλα αυτά είναι σωστά αλλά οι ενέργειες του manager είναι γρήγορες, σίγουρες  και άμεσες ενώ αν τα αναλάβει αυτά η πολιτεία χρειάζεται πολύς χρόνος, μπορεί να μπλεχτούν με τη γραφειοκρατία, κλπ. Ανεξάρτητα με το ότι συμφωνώ με τον σκεπτικισμό του Adam Smith για τα οφέλη που πρέπει να αναμένονται από αυτούς που «αφοσιώθηκαν στην επίτευξη του κοινού καλού», το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί για λόγους αρχής.

Χάριν απλότητας επικεντρώθηκα στην περίπτωση του manager, με μια μικρή αναφορά στα σωματεία, όμως ακριβώς τα ίδια ισχύουν και τα την περίπτωση που ζητάμε από τους ιδιοκτήτες (μετόχους) να επιδείξουν κοινωνική ευθύνη (όπως πρόσφατα συνέβη με την GM). Στις πιο πολλές περιπτώσεις κάποιοι μέτοχοι ζητούν από άλλους μετόχους να συνεισφέρουν παρά τη θέλησή τους για  «κοινωνικούς» σκοπούς που υποστηρίζονται από κάποιους ακτιβιστές. Σε περίπτωση που το πετυχαίνουν, η πράξη ισοδυναμεί και σε αυτή την περίπτωση με την επιβολή φόρων.

Η περίπτωση του μικρο-επιχειρηματία που επιδεικνύει «κοινωνική ευαισθησία» είναι διαφορετική διότι αυτός δαπανά δικά του χρήματα. Η δυνατότητά του να μετακυλίσει τέτοια κόστη στους εργαζόμενους ή στους πελάτες του είναι περιορισμένη γιατί απέχει πολύ από το να κατέχει μονοπωλιακή δύναμη όπως οι μεγάλες εταιρείες.

Φυσικά στην πράξη η «κοινωνική ευθύνη» είναι ένας μανδύας που καλύπτει πράξεις που αποσκοπούν αλλού. Για παράδειγμα κάποια εταιρεία που απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων από μια κοινότητα, μπορεί να κάνει δωρεές στην κοινότητα αποφεύγοντας να αυξήσει τους μισθούς, ή για να προσελκύσει ικανά στελέχη, ή για να αποφύγει μικροκλεψιές ή σαμποτάζ στην παραγωγή της.  Ή, μπορεί να γίνει εκμετάλλευση της φοροαπαλλαγής για δωρεές, έτσι ώστε όταν κάποιος κάνει μέσω της εταιρείας του μια δωρεά, στην πραγματικότητα συνεισφέρουν κατά το ποσοστό του φόρου, όλοι οι φορολογούμενοι για το σκοπό που αυτός μόνος επέλεξε. Σε αυτές και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις υπάρχει ισχυρή δόση πειρασμού να αιτιολογηθούν αυτές οι πράξεις σαν άσκηση «κοινωνικής ευθύνης». Στο σημερινό κλίμα που είναι εχθρικό απέναντι στον «καπιταλισμό» τα «υπερ-κέρδη», τις «άκαρδες επιχειρήσεις» κλπ, αυτός είναι ένας τρόπος να κερδίσει φήμη μια εταιρεία ενώ κάνει δαπάνες αποκλειστικά για τα δικά της επιχειρηματικά συμφέροντα.

Θα ήταν αντιφατικό να ζητήσω από τους ιδιοκτήτες και τα στελέχη των εταιρειών να απέχουν από αυτή την υποκρισία, διότι υποσκάπτουν τα θεμέλια της ελεύθερης κοινωνίας μας. Θα ήταν σαν να τους καλώ να ασκήσουν στην ουσία την «κοινωνική ευθύνη» τους !  Εάν οι θεσμοί μας και η κοινή γνώμη τους καλούν να ντύσουν με τέτοιο «κοινωνικό» μανδύα, ενέργειες που στην πραγματικότητα είναι προς όφελος των επιχειρήσεών τους, δεν μπορώ να κλητεύσω την κοινωνία να τους αποκηρύξει.  Ταυτόχρονα όμως, εκφράζω το θαυμασμό μου σε ιδιοκτήτες εταιρειών ή μετόχους που παίρνουν απόσταση από ενέργειες απάτης. Αδιαφόρως αν είναι αξιοκατάκριτη ή όχι, η στάση επιχειρηματιών με κύρος και επιρροή να μασκαρεύουν ως «κοινωνική ευθύνη» ενέργειες που είναι αποκλειστικά προς όφελος των επιχειρήσεών τους, η στάση αυτή υποσκάπτει τα θεμέλια της ελεύθερης κοινωνίας.

Εντυπωσιάζομαι επανειλημμένα  από τον σχιζοφρενικό χαρακτήρα πολλών επιχειρηματιών. Είναι ιδιαίτερα διορατικοί και με καθαρό μυαλό σε εσωτερικά θέματα των επιχειρήσεών τους. Είναι απίστευτα κοντόφθαλμοι και συγχυσμένοι σε θέματα έξω από τις επιχειρήσεις τους, που όμως επηρεάζουν σε ένα γενικότερο επίπεδο την επιβίωση της επιχείρησής τους. Αυτή η κοντόφθαλμη στάση φαίνεται εντυπωσιακά σε ένα παράδειγμα, όταν συγκεκριμένα, πολλοί επιχειρηματίες ζητούν ρύθμιση τιμών και μισθών από κρατικές πολιτικές. Δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να καταστρέψει σε συντομότερο χρονικό διάστημα την οικονομία της ελεύθερης αγοράς και να την αντικαταστήσει από μια κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία, από τον κυβερνητικό έλεγχο τιμών και μισθών. Η ίδια κοντόφθαλμη στάση φαίνεται σε ομιλίες επιχειρηματιών για την «κοινωνική ευθύνη».  Αυτό μπορεί να τους ωφελήσει βραχυπρόθεσμα, από την άλλη όμως μεριά, αυτή η στάση βοηθάει να αποκτήσουν κύρος  οι ήδη διαδεδομένες απόψεις ότι η επιδίωξη κέρδους είναι κακή και ανήθικη, και πρέπει να χαλιναγωγηθεί από εξωτερικές, (της αγοράς), δυνάμεις. Από τη στιγμή που η άποψη αυτή υιοθετηθεί, οι εξωτερικές δυνάμεις που χαλιναγωγούν την αγορά δεν θα είναι η κοινωνική ευαισθησία των δογματικών επιχειρηματικών στελεχών. Θα είναι η σιδερένια γροθιά της κυβερνητικής γραφειοκρατίας. Εδώ, όπως και στην περίπτωση του ελέγχου μισθών και τιμών, οι επιχειρηματίες αποκαλύπτουν μια αυτοκτονική παρόρμηση.

Η πολιτική αρχή που υπάρχει κάτω  από το μηχανισμό της αγοράς είναι η ομοφωνία. Σε μια ιδανική ελεύθερη αγορά, που βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία, κανείς δεν μπορεί να εξαναγκάσει τον άλλο: κάθε συνεργασία είναι εθελοντική, και κάθε μέρος κάθε συνεργασίας ωφελείται, αλλιώς δεν συμμετέχει. Δεν υπάρχουν αξίες, δεν υπάρχουν «κοινωνικές» ευθύνες με οποιαδήποτε έννοια άλλες, από τις κοινές αξίες και ευθύνες των ατόμων. Η κοινωνία είναι μια συλλογή ατόμων και των διαφόρων ομάδων που τα άτομα δημιουργούν εθελοντικά.

Η πολιτική αρχή που υπάρχει κάτω από το μηχανισμό της πολιτικής, (δηλ. της κρατικής παρέμβασης) είναι η συμμόρφωση, (δηλ. ο εξαναγκασμός σε συμμόρφωση). Το άτομο πρέπει να υπηρετεί το γενικότερο συμφέρον της κοινωνίας, είτε αυτό ορίζεται από την εκκλησία, είτε από έναν δικτάτορα, είτε από την πλειοψηφία. Το άτομο μπορεί να ψηφίσει, ή να πει τι πρέπει να γίνει, αλλά αν μειοψηφήσει πρέπει να συμμορφωθεί.  Είναι, βεβαίως, απαραίτητο κάποιοι να ζητούν από άλλους να συνεισφέρουν στο γενικό καλό είτε το θέλουν είτε όχι. Δυστυχώς, η ομοφωνία δεν είναι πάντα επιτεύξιμη. Υπάρχουν περιπτώσεις που η συμμόρφωση είναι αναπόφευκτη, έτσι δεν βλέπω πως θα μπορούσαμε να αποφύγουμε τελείως έναν κρατικό  μηχανισμό. Αλλά η αντίληψη της «κοινωνικής ευθύνης», αν ληφθεί σοβαρά υπόψιν θα μπορούσε να επεκτείνει το ρόλο του πολιτικού μηχανισμού σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Δεν διαφέρει σε φιλοσοφία από το σαφέστερο συλλογικό δόγμα. Διαφέρει μόνο στο ότι διατείνεται ότι πιστεύει πως συλλογικοί σκοποί μπορούν να επιτευχθούν χωρίς συλλογικά μέσα [1]. Αυτός είναι ο λόγος που στο βιβλίο μου «Καπιταλισμός και Ελευθερία» το αποκαλώ (το συλλογικό δόγμα) «θεμελιωδώς ανατρεπτικό δόγμα» σε μία ελεύθερη κοινωνία, και έχοντας πει τόσα, σε μια ελεύθερη κοινωνία, «υπάρχει μόνο μια κοινωνική ευθύνη του επιχειρηματικού κόσμου, να χρησιμοποιεί τους πόρους του, και να ασχοληθεί με δράσεις,  που αποσκοπούν στην αύξηση των κερδών, αρκεί να παίζει με τους κανόνες του παιχνιδιού, που σημαίνει να επιχειρεί σε ανοιχτό σε  ανταγωνισμό περιβάλλον χωρίς να καταφεύγει σε απάτες».

Σχολιασμός:

Οι σημαντικές θέσεις του άρθρου συνοψίζονται σε τέσσερα σημεία:

  1. Ευθύνες απέναντι στην κοινωνία έχουν μόνο τα άτομα, όχι οι επιχειρήσεις.
  2. Οι managers, ή και ορισμένοι μέτοχοι, δεν μπορούν να «φορολογούν» (δηλ. να επιβαρύνουν οικονομικά) κάποιους άλλους  και να αποδίδουν τους πόρους που συγκεντρώνουν με αυτό τον τρόπο κατά τη δική τους βούληση. Τις κοινωνικές τους ευαισθησίες πρέπει να τις πληρώνουν με δικά τους χρήματα.
  3. Μόνοι περιορισμοί στην επιχειρηματική δραστηριότητα πρέπει είναι
  • η εξασφάλιση ανταγωνισμού στην οικονομία (δηλ. η αποφυγή μονοπωλιακών καταστάσεων) και
  • η τήρηση των νόμων

4.  Η κρατική παρέμβαση στην οικονομία πρέπει να ελαχιστοποιηθεί. Η υπεροχή της ελεύθερης οικονομίας σε σχέση με την κεντρικά κατευθυνόμενη προκύπτει από την υπεροχή της ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με τη αναγκαστική συμμόρφωση.

Πέρα από αυτά, το άρθρο είναι μια παρότρυνση στον επιχειρηματικό κόσμο να απενοχοποιηθεί για το κυνήγι του κέρδους και την αδιαφορία των επιπτώσεων αυτής της συμπεριφοράς στην κοινωνία, και μια προειδοποίηση προς όλους ότι, αν επικρατήσει η λογική της, έστω και υποκριτικής, «κοινωνικής ευθύνης», υπάρχει ο κίνδυνος να δυναμώσει ο κρατικός παρεμβατισμός εις βάρος της ελεύθερης οικονομίας.

Η θέση του Friedman σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις των εταιρειών που τάχα επιδεικνύουν «εταιρική κοινωνική ευθύνη» ενώ στην πραγματικότητα κάνουν marketing, ή άλλες ενέργειες προς το συμφέρον τους είναι ολοφάνερα ορθή. Μας το δείχνει η απλή παρατήρηση της πραγματικότητας.

Οι  θέσεις του Friedman 1, 2, 3 & 4 πιο πάνω, αν και θα μπορούσε να είναι μεμονωμένα αποδεκτές, δεν μπορούν να γίνουν ταυτόχρονα αποδεκτές, διότι ο συνδυασμός τους είναι παράλογος. Για παράδειγμα, ας εξετάσουμε το συνδυασμό των 1 & 2. Για να μπορεί, ενδεχομένως, να δεχτεί κανείς ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν ευθύνες, (έχουν μόνο οι άνθρωποι), πρέπει τα στελέχη των επιχειρήσεων να μην έχουν ως απόλυτη προτεραιότητα την αύξηση του επιχειρηματικού κέρδους. Διότι, ποιο το όφελος να μεταφέρουμε την ευθύνη από ένα νομικό πρόσωπο σε ένα φυσικό, όταν από το δεύτερο αφαιρούμε κάθε δικαίωμα επιλογής, ως ανήθικο ;

Επίσης ας δούμε το συνδυασμό των 2 & 4. Αν τα στελέχη έχουν ως απόλυτη προτεραιότητα την αύξηση του επιχειρηματικού κέρδους, τότε πώς είναι δυνατόν να πρέπει η κρατική παρέμβαση να ελαχιστοποιηθεί ;  Αν τα όρια δεν τα βάλει το υποκείμενο, δηλ. η οικονομική μονάδα εν προκειμένω, τότε πρέπει να τα βάλει το κράτος,  κ.ο.κ.

Όμως, μια σειρά από προβλήματα υπάρχουν και σε άλλες θέσεις του Friedman, και πρώτα από όλα βλέπουμε μια αντιφατική αντιμετώπιση των νόμων. Το κράτος δεν θα πρέπει να νομοθετεί επεμβαίνοντας στην οικονομία, ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να προστατευτεί η οικονομία από μονοπωλιακές καταστάσεις. Η ερώτηση που προκύπτει είναι, με ποιο κριτήριο διαχωρίζουμε τους νόμους που προστατεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, από τους νόμους που αποτελούν μη αποδεκτή  κρατική παρέμβαση ;

Αν υποθέσει κανείς ότι μη αποδεκτοί είναι οι νόμοι που παρεμβαίνουν στην τιμή πώλησης ενός προϊόντος, νόμοι που αποκλείουν κάποιες  επιχειρήσεις από κομμάτια της αγοράς, νόμοι που δίνουν επιδοτήσεις σε κάποιες επιχειρήσεις εις βάρος άλλων, νόμοι που υποχρεώνουν  εταιρείες να περιορίσουν το εύρος των υπηρεσιών που παρέχουν κλπ., διότι όλα αυτά τα μέτρα παρεμβαίνουν ευθέως στο σχεδιασμό των βασικών επιχειρηματικών λειτουργιών και επομένως, περιορίζουν την ελευθερία των επιχειρήσεων, πρέπει να αναρωτηθεί κατά τι διαφέρουν από τους «άλλους» νόμους που προστατεύουν από μονοπωλιακές καταστάσεις.

Διότι, μια επιχείρηση δεν γίνεται μονοπώλιο με τη βία. Καταρχήν, γίνεται λόγω πλεονεκτικής προσφοράς στο καταναλωτικό κοινό. Με αυτόν τον τρόπο κερδίζει μερίδια αγοράς και βαθμιαία καταστρέφει τους ανταγωνιστές της. Έτσι, το κράτος επεμβαίνει με τους ίδιους «μη αποδεκτούς» νόμους που αναφέρουμε ανωτέρω:

Επιβάλλει κατώτατες τιμές απαγορεύοντας το “dumping” [2], δίνει επιδοτήσεις, εφαρμόζει αναπτυξιακούς νόμους, κλπ αλλοιώνοντας την κοινή φορολογική αντιμετώπιση που θα έπρεπε να έχει απέναντι στις επιχειρήσεις κάθε κλάδου, απαγορεύει σε ορισμένες περιπτώσεις την  προσφορά προϊοντικών «πακέτων» που περιλαμβάνουν και άλλες υπηρεσίες από αυτές που, κυρίως, αγοράζει ο πελάτης [3], μοιράζει, πολλές φορές, τις προμήθειές του σε πολλές  επιχειρήσεις μικρού μεγέθους αποφεύγοντας να αγοράσει μόνο με κριτήριο  τιμής – ποιότητας, κλπ.

Ο Friedman προτιμάει  την αντίφαση διότι δεν θέλει να ασχοληθεί με την εγγενή αδυναμία της ελεύθερης οικονομίας να ισορροπήσει χωρίς παρεμβάσεις σε ελεύθερο ανταγωνισμό. Ο «ελεύθερος ανταγωνισμός» εντός του οποίου ξεδιπλώνονται τα πλεονεκτήματα της ελεύθερης οικονομίας είναι ένα ιδεατό κατασκεύασμα (Keynes, 1936).  Στην ουσία η αντίληψη αυτή είναι η ίδια της «αόρατης χειρός» του Adam Smith που οδηγεί στο κοινωνικό  καλό ενώ ο καθένας πράττει για το ατομικό του όφελος (Smith, 1776)

Τα μεθοδολογικά προβλήματα της οικονομικής επιστήμης είναι γνωστά. Στην οικονομία δεν υπάρχουν σταθερές συνθήκες εντός των οποίων να μπορεί να μελετηθεί ένα φαινόμενο, δεν μπορούν να γίνουν πειράματα, κι έτσι, τόσο οι αιτιακές σχέσεις που υποτίθεται ότι συνδέουν τα οικονομικά συμβάντα, όσο και η ρεαλιστικότητα των βασικών υποθέσεων της θεωρίας είναι υπό τη σκιά της αμφισβήτησης. Στο ξεκίνημά της η  οικονομία, προσεγγίστηκε με αντίληψη και όρους νευτώνειας φυσικής: «οικονομική ισορροπία», «εργατική δύναμη», «ελαστικότητα προσφοράς ή ζήτησης», «επιτάχυνση εισοδήματος», «καταναλωτική αδράνεια», κλπ, είναι συνήθεις οικονομικές έννοιες.  Η πραγματικότητα όμως δεν φαίνεται να δικαιώνει αυτή την προσέγγιση.

Ο Friedman, στο έργο του «The Methodology of Positive Economics», (Friedman, 1953) προσπάθησε να δώσει απαντήσεις σε κάποια  επιστημολογικά προβλήματα της οικονομικής, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει σημασία αν οι υποθέσεις μιας θεωρίας είναι ρεαλιστικές ή όχι. Σημασία έχει το αν η θεωρία μπορεί να οδηγήσει σε προβλέψεις ικανοποιητικής ακρίβειας. Μια βασική υπόθεση της οικονομικής θεωρίας είναι ότι οι επιχειρήσεις έχουν ως μοναδικό σκοπό τους το κέρδος. Δεν έχει σημασία, υποστηρίζει ο Friedman, αν όντως αυτό αληθεύει, σημασία έχει ότι με αυτή την υπόθεση φτάνουμε σε ικανοποιητικές προβλέψεις. Η πρόταση αυτή του Friedman μπορεί, ενδεχομένως, να γίνει δεκτή από επιστημολογική σκοπιά στο πεδίο της θετικής οικονομικής. Στο πλαίσιο όμως μιας δεοντολογικής εξέταση αυτής της θέσης, απ’όπου εκλείπει η ανάγκη οποιασδήποτε εμπειρικής απόδειξης, δεν υπάρχει λόγος να την αποδεχτούμε, παρά μόνο αν υπάρχει μια στέρεη θεωρητική θεμελίωση.

Ένα δεύτερο προβληματικό σημείο σε σχέση με τους  νόμους, είναι η θέση του Friedman ότι οι εταιρείες δεν έχουν οι ευθύνες  – έχουν οι άνθρωποι. Η θέση αυτή είναι αντίθετη με τους νόμους που υποτίθεται ότι πρέπει οι εταιρείες να σέβονται. Μια εταιρεία, (στον Αγγλοσαξονικό, τουλάχιστον, κόσμο), νομικά, είναι στην ίδια θέση με το φυσικό πρόσωπο, με την έννοια ότι μπορεί να καταδικαστεί για οποιοδήποτε έγκλημα προβλέπεται από το ποινικό δίκαιο,. Μία εταιρεία μπορεί να καταδικαστεί ακόμα και για ανθρωποκτονία.  Ενδεικτικά, το 1987 η Ναυτιλιακή εταιρεία Herald of Free Enterprise καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία, ενώ όλοι οι κατηγορούμενοι – φυσικά πρόσωπα αθωώθηκαν.

Το ουσιαστικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να επεμβαίνουν στη διαμόρφωση του νόμου υπέρ των συμφερόντων τους. Όταν οι κυβερνήσεις καλούν τους «κοινωνικούς εταίρους» να διαπραγματευτούν, ο ισχυρός εταίρος είναι οι επιχειρήσεις (Fulcher, 2006). Η απόφαση που τελικά παίρνει και επιβάλλει η κυβέρνηση, (αφού, όπως αναφέρει ο Max Weber, μονοπωλεί την κατασταλτική δύναμη), είναι, στους καιρούς που ζούμε, υπέρ των επιχειρήσεων. Αυτό είναι λογικό διότι η σχέση μεγάλων επιχειρήσεων  – πολιτικού κόσμου είναι πλέον σε όλες τις χώρες γνωστή, αλλά ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, στις οποίες αναφέρεται και το υπό μελέτη άρθρο,  όχι μόνο είναι επίσημες, αφού συγκεκριμένα εταιρικά groups υποστηρίζουν συγκεκριμένους πολιτικούς, αλλά ακόμα περισσότερο, τα μέλη της κυβέρνησης είναι ταυτόχρονα ισχυρότατα μέλη του επιχειρηματικού κόσμου. Δεν έχει λοιπόν νόημα να λέμε ότι η νομιμότητα μιας ενέργειας εξαρτάται από νόμους όταν ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος μπορεί να νομοθετήσει.

Ανεξάρτητα όμως από τους νόμους, μπορούμε να εξετάσουμε το ζήτημά μας σε σχέση με την ηθική. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικότερα τη θέση του Friedman ότι μοναδικός στόχος των επιχειρήσεων πρέπει να είναι η επίτευξη κέρδους σε συνδυασμό, όπως επισημάναμε, με την εισήγησή του για ελαχιστοποίηση της  κρατικής παρέμβασης.

Μπορεί μια εταιρεία να μην παραβιάζει κανένα νόμο, να έρχεται παρόλα αυτά, σε απόλυτη αντίθεση  με το κοινό περί ηθικής αίσθημα.  Για το λόγο αυτό παραθέτουμε δύο παραδείγματα από σύγχρονα δημοσιεύματα

  • Απόβλητα στον 3ο κόσμο (Πάντζου, 2005): Η ταφή ενός τόνου βιολογικών αποβλήτων στη δύση έχει κόστος  1.000 $ ενώ στον τρίτο κόσμο 7 $. Αυτό συμβαίνει διότι στον τρίτο κόσμο η απουσία προδιαγραφών ασφαλείας και ελέγχου έχει σαν αποτέλεσμα να θάβονται τα απόβλητα με τελείως ακατάλληλο τρόπο, π.χ. με άμμο στις παραλίες. Έτσι εξάγονται απόβλητα από τη δύση στον τρίτο κόσμο με ολέθρια αποτέλεσμα για την υγεία του εγχώριου πληθυσμού. Μόνο στην Αφρική υπάρχουν 1.400 τέτοιες τοποθεσίες.
  • Κλινικές δοκιμές φαρμακευτικών εταιρειών στον 3ο κόσμο (Chippaux, 2005): Ομοίως, η απουσία ελέγχων και το χαμηλό κόστος ωθεί τις φαρμακευτικές εταιρείες να κάνουν πειράματα σε ανθρώπους στον τρίτο κόσμο. Στην Αφρική, οι όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις στον τομέα της ιατρικής και της φαρμακευτικής, χρονολογούνται από την περίοδο της αποικιοκρατίας και είναι ξεπερασμένες ή ακατάλληλες. Σε περιπτώσεις που κάτω από το βάρος θανάτων και σοβαρών βλαβών της υγείας των ατόμων που υποβλήθηκαν σε δοκιμές, τα πειράματα απαγορεύονται σε κάποιες χώρες, οι εταιρείες τα μεταφέρουν σε άλλες  που δεν έχουν ακόμα θεσπίσει περιορισμούς. Χαρακτηριστικό είναι ότι κάποιες από τις έρευνες αυτές χρηματοδοτούνται από το «ίδρυμα» του Bill Gates. (Ως γνωστόν, μεγιστάνες για να αποφύγουν τη φορολογία, κάνουν μη κερδοσκοπικά, υποτίθεται, ιδρύματα που χρηματοδοτούν «φιλανθρωπικά» προγράμματα της επιλογής τους.)

Με τη λογική του Milton Friedman δεν υπάρχει κανείς για να του καταλογιστεί ευθύνη στις πιο πάνω περιπτώσεις. Οι managers πρέπει να επιλέξουν τη μεταφορά των δοκιμών και των αποβλήτων στον τρίτο κόσμο γιατί αυτό μειώνει τα κόστη και επομένως αυξάνει τα κέρδη των μετόχων. Οι ίδιες οι εταιρείες δεν είναι υπεύθυνες διότι ευθύνες έχουν μόνο οι άνθρωποι, και, φυσικά, δεν παραβιάζεται κανένας νόμος.

Ταυτόχρονα, η ελεύθερη οικονομία απαιτεί να μην επεμβαίνει ο κρατικός τομέας περιορίζοντας τις επιχειρηματικές αποφάσεις. Δεν κερδίζουμε τίποτα από την απλή μετάθεση ευθυνών.  Η κατάσταση αυτή είναι προφανώς αδιέξοδη. Αν, μάλιστα, δεν αρκεστούμε στο «κοινό περί ηθικής αίσθημα» και κάνουμε μια πιο προσεκτική ηθική εξέταση, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο καθαρά. «Μην κάνεις αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν» λεει ο Χρυσός κανόνας της ηθικής, και ο Kant προχωρά σε μια πιο βαθιά διατύπωση αυτού του κανόνα με την κατηγορική προσταγή του: «Οφείλω να ενεργώ έτσι ώστε να μπορώ να θέλω να γίνει η ρυθμιστική αρχή των πράξεών μου καθολικός νόμος» (Kant, 1785). Ο λόγος που διώχνουμε τα βιολογικά απόβλητα από τις ευημερούσες χώρες μας, της Δύσης, είναι διότι αυτά είναι επικίνδυνα. Δεν θα δεχόμαστε να τα κρατήσουμε παρά μόνο με πολυέξοδη ταφή. Τα στέλνουμε όμως σε άλλους, που γνωρίζουμε ότι δεν θα τα θάψουν, αφού τα 7$ που πληρώνουμε δεν επαρκούν, μεταφέροντας σε αυτούς τις κακές συνέπειες αυτών που εμείς απολαύσαμε, διότι ενδιαφερόμαστε μόνο για τον εαυτό μας. Θα διαμαρτυρόμαστε ή θα επαναστατούσαμε αν είμαστε εμείς στη θέση τους. Προφανώς, η πράξη μας είναι ηθικά απαράδεκτη.

Πέρα από αυτά τα δύο κραυγαλέα παραδείγματα, γενικώς, η δραστηριότητα των επιχειρήσεων μεταφέρει κόστη σε άλλους. Ο τεχνικός όρος για το μεταφερόμενο κόστος είναι “externality”. Όπως εξηγεί ο ίδιος ο Milton Friedman, “externalities” είναι οι ακούσιες συνέπειες μια συναλλαγής μεταξύ δύο μερών επάνω σε τρίτους, και έχουν προκαλέσει ασθένειες, θανάτους, περιβαλλοντικές καταστροφές, εκμετάλλευση και φτώχεια. (Friedman, 2003). Πως είναι, λοιπόν, δυνατόν να ζητούμε από το κράτος να μην περιορίζει την ελευθερία των επιχειρήσεων για να μην βλάψει την λειτουργία της ελεύθερης αγοράς ;

Μια, επίσης, ενδιαφέρουσα άποψη του Friedman είναι ότι:

«Η υπεροχή της ελεύθερης οικονομίας σε σχέση με την κεντρικά κατευθυνόμενη προκύπτει από την υπεροχή της ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με τη αναγκαστική συμμόρφωση»

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ελευθερία αν δεν υπάρχει επιλογή. Aν στην ελεύθερη οικονομία είναι ελεύθερος κάποιος να συνάψει αμοιβαία επωφελείς συνεργασίες, τότε πως εξηγείται η ανεργία;

Τι συμβαίνει για όλους αυτούς που επιθυμούν να εργαστούν αλλά δεν υπάρχει αρκετή προσφορά εργασίας;    Εξάλλου, στην περίπτωση που κάποιος απειλούμενος από το φάσμα της ανεργίας, και μη έχοντας άλλους τρόπους να κερδίσει τα προς το ζην, αποδέχεται μια θέση εργασίας με όρους που δεν επιθυμεί, κάνει μια ελεύθερη επιλογή;

Το σύνηθες πρόβλημα με τις κάθε τύπου ελευθερίες είναι ότι έχουν πρακτικό νόημα γι’ αυτούς που είναι σε πλεονεκτική θέση, ενώ παραμένουν καθαρά θεωρητικές για όσους είναι σε δυσμενή.

Για να προσεγγίσουμε τη λογική της οικονομικής σχολής στην οποία ανήκει ο  Friedman, η θέση της για την ανεργία είναι η εξής:

Ανεργία υπάρχει μόνο αν το κράτος επεμβαίνει ορίζοντας κατώτατους μισθούς, επικυρώνοντας συλλογικές συμβάσεις κλπ. Σε μία αμιγώς ελεύθερη οικονομία δεν υπάρχει ανεργία. Ο μισθός θα κατέβει τόσο πολύ, (ας πούμε 1 € την ημέρα [4]), που θα συμφέρει τους επιχειρηματίες να προσλάβουν εργαζόμενους παρά να χρησιμοποιήσουν, ενδεχομένως, μηχανές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν υπάρχουν άνεργοι, υπάρχουν απλά άνθρωποι που δεν επιθυμούν να εργαστούν.

Είναι φανερό ότι δεν υπάρχει ούτε ελευθερία ούτε αμοιβαία ωφέλεια από μια τέτοια συνεργασία διότι το αδύνατο μέρος, ο εργαζόμενος στο παράδειγμά μας, είναι αναγκασμένο να την αποδεχθεί για να επιβιώσει (Rifkin, 1996).  Είναι επίσης φανερό ότι οι παράλογοι αυτοί ισχυρισμοί ντύνονται με  την θετική αίσθηση της  λέξης «ελευθερία» για να υποστηρίξουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Κάθε χρόνο ο ΟΗΕ δημοσιεύει μια λίστα μερικών δεκάδων πλουσίων που έχουν περισσότερα εισοδήματα από το ΑΕΠ δεκάδων φτωχών χωρών με συνολικό πληθυσμό εκατοντάδων εκατομμυρίων κατοίκων (πιο πρόσφατη είναι η Δημοσίευση του Forbes,  09/03/07).

Nομίζουμε, επίσης, ότι σε αυτό το σημείο δεν είναι άσκοπη μια σύντομη παράθεση και κάποιων διαφορετικών απόψεων από αυτές του Friedman σχετικά με το ποιος είναι ο σκοπός της επιχείρησης

Shareholder VS stakeholder concept

Απέναντι στην άποψη του Friedman ότι σκοπός της επιχείρησης είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους των μετόχων (Shareholder concept), υπάρχει η άποψη ότι σκοπός της επιχείρησης είναι να υπηρετήσει μια μεγαλύτερη ομάδα συμμετόχων (stakeholders): Στην ορολογία των  ειδικών, είναι το concept του EVA (economic value added) όπου άλλοι συμμέτοχοι είναι οι εργαζόμενοι, οι πελάτες, η κοινωνία, το περιβάλλον, και όσοι επηρεάζονται από τη λειτουργία της επιχείρησης. Σύμφωνα με αυτό το concept η κύρια επιδίωξη είναι η ισορροπία ανάμεσα στα, συνήθως, αντικρουόμενα συμφέροντα των διαφόρων συμμετόχων

Η Θεωρία του συμβολαίου

Οι εισηγητές αυτής της θεωρίας λένε ότι η επιχείρηση είναι μία κοινότητα συμμετόχων,  οργανωμένη γύρω από  έναν κοινό σκοπό. Οι συμμέτοχοι αυτοί έχουν εύλογα συμφέροντα από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η επιχείρηση και επομένως τους αφορούν όλες οι εταιρικές υποθέσεις.  Είναι το αντίστοιχο μιας δημοκρατίας, όπου κάποιοι κυβερνούν αλλά όλοι οι πολίτες (θεωρητικά) έχουν λόγο και επιρροή επάνω στις κυβερνητικές αποφάσεις & ενέργειες. Η άποψη αυτή είναι στενότερη από αυτή των συμμετόχων (stakeholder concept, ανωτέρω) γιατί περιλαμβάνει μόνο ιδιοκτήτες, εργαζόμενους  και άμεσους συνεργάτες.

Επιχείρηση: Μία μίνι Δημοκρατία – Ένα μοντέρνο χωριό.

Η άποψη αυτή αναφέρει ότι ανεξάρτητα από το αν συμφωνούμε ή όχι (όπως οι θεωρητικοί του «συμβολαίου» ή «των συμμετόχων») ότι η επιχείρηση είναι μια μίνι δημοκρατία, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η εταιρεία που δουλεύουμε είναι το σημαντικότερο μετά την οικογένεια κοινωνικό μας  περιβάλλον. Έχει αντικαταστήσει το χωριό, τη γειτονιά, το γένος ή τη φυλή σε παλαιότερες κοινωνίες. Δεν μπορεί λοιπόν να έχει απλώς ως σκοπό το κέρδος του ιδιοκτήτη.

Συμπερασματικά, σε κάθε κοινωνία, και ιστορικά αλλά και σήμερα, υπάρχουν  περισσότεροι του ενός τρόποι για να παράγονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες που η κοινωνία χρειάζεται. Οι πρωτόγονες ανθρώπινες ομάδες ήταν, αναγκαστικά, αυτάρκεις. Αργότερα, ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής βασιζόταν στους  δούλους, στο μεσαίωνα η βασική οικονομική μονάδα ήταν το φέουδο, αργότερα βλέπουμε ιδιωτικές επιχειρήσεις και κεντρικά ελεγχόμενες οικονομίες (Χουμανίδης, 1980). Σήμερα, στη δύση, η βασική παραγωγική μονάδα είναι η ιδιωτική επιχείρηση, με διαφορετικό, κατά περίπτωση, βαθμό κρατικής παρέμβασης.

Από δύο σημεία μπορεί να ασκηθεί κριτική στις θέσεις του Friedman που αναγνωρίζουν στην ελεύθερη, από κρατικές παρεμβάσεις,  ιδιωτική επιχείρηση υπέρτατη οικονομική και ηθική αξία. Το ένα είναι ο ρεαλισμός:

  • Δεν υπάρχει κράτος που να μην προστατεύει με κρατικά μέτρα τις επιχειρήσεις του, και, σήμερα, στον αιώνα του ελεύθερου εμπορίου, οι ίδιες χώρες που ζητούν απελευθέρωση των αγορών, επιβάλλουν ποσοστώσεις και δασμούς στις εισαγωγές για να προστατεύσουν παραγωγικούς τους κλάδους που θεωρούν στρατηγικούς.[5]  Είναι ενδεικτικό, ότι η υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ, Κοντολίζα Ράις, υποστήριξε σε μια πρόσφατη ομιλία της, ότι τα μακροοικονομικά πλεονεκτήματα των Αμερικανικών εταιρειών στηρίζονται στην ισχύ του Αμερικανικού κράτους.
  • Το κράτος, όπως αναφέραμε, είναι ο μόνος παράγοντας που μπορεί επεμβαίνοντας στην οικονομία να αποτρέψει μονοπωλιακά φαινόμενα και να αμβλύνει τις οικονομικές κρίσεις ασκώντας κατάλληλη πολιτική.
  • Το κράτος είναι ο μεγαλύτερος πελάτης των επιχειρήσεων. Ιδιαίτερα σε χώρες με στρατιωτική οικονομία [6]όπως οι ΗΠΑ, ένας περιορισμός του ρόλου του κράτους, θα ήταν ολέθριος.

Το άλλο σημείο κριτικής είναι η ηθική, από ωφελιμιστική σκοπιά, αυτή τη φορά.

Το αν η, (ελεύθερη από κρατικές παρεμβάσεις),  ιδιωτική επιχείρηση είναι ο προτιμότερος τρόπος για να παράγει η κοινωνία τα αγαθά και τις υπηρεσίες που χρειάζεται, εξαρτάται από το κατά πόσο με αυτή την επιλογή ευημερεί η κοινωνία συνολικά [7]. Αντίθετα, η αποσύνδεση της δράσης της ελεύθερης επιχείρησης από την κοινωνική ωφέλεια και η αναγόρευση της στο υπέρτατο οικονομικό σύστημα ως ταυτιζόμενο με την «ελευθερία», στην πραγματικότητα, όπως αναφέραμε,  «μασκαρεύει» με ιδεολογήματα τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας.

 

Σημειώσεις

 

1. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση της «κοινωνικής ευθύνης» οι επιχειρηματίες από μόνοι τους και χωρίς πίεση αποφασίζουν να επιδείξουν κοινωνική ευαισθησία, ενώ στο «συλλογικό δόγμα» οι επιχειρήσεις υποχρεώνονται σε περιορισμό των κερδών τους από κρατικά μέτρα

2. Dumping καλείται μια επιθετική τιμολογιακή πολιτική όπου συχνά τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες τιμολογούνται κάτω του κόστους με σκοπό την καταστροφή του ανταγωνισμού.

3. π.χ. το λειτουργικό “Windows” της Microsoft

4. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί στη Γερμανία τα λεγόμενα “1 € Jobs” όπου οικειοθελώς απασχολούνται άτομα που βρίσκονται σε μακροχρόνια ανεργία, βρίσκοντας διέξοδο στον κοινωνικό αποκλεισμό. Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να συντηρηθούν με αυτό τον τρόπο.

5. Ας θυμηθούμε, από τα τελείως πρόσφατα, τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ – ΕΕ προ 4 ετών για τον χάλυβα. Το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε πάρει οξύτατες διαστάσεις αν δεν εμφανιζόταν σαν από μηχανής θεός η Κίνα για να απορροφήσει την παγκόσμια παραγωγή χάλυβα λύνοντας έτσι προς το παρόν το πρόβλημα.

6. Σειρά μελετών έχει δείξει ότι η κρίση του 1929 στις ΗΠΑ προήλθε από την κάμψη της παραγωγής μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο, και στην πραγματικότητα, η κρίση παρήλθε μόνο όταν επανεντάθηκαν οι εξοπλισμοί για τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Στη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου η βιομηχανική παραγωγή στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 25%, και η αμερικανική οικονομία αναδείχτηκε το 1945 ως η ισχυρότερη του κόσμου. Αυτή η οικονομική ανάπτυξη δεν προήλθε από τη ελεύθερη αγορά, (που απεδείχθη  καταστροφική στα χρόνια της κρίσης), αλλά βασίστηκε στις κρατικές στρατιωτικές δαπάνες.

7. Θυμίζουμε ότι η «Pareto optimality», που είναι μια σημαντική αντίληψη στη νεοκλασική οικονομική θεωρία, με σημαντικές εφαρμογές στη θεωρία των παιγνίων, τη μηχανική και τις κοινωνικές επιστήμες, λεει το εξής:  «Σε ένα δεδομένο σετ εναλλακτικών κατανομών και ένα δεδομένο σετ ατόμων, μια νέα κατανομή που ωφελεί τουλάχιστον ένα άτομο χωρίς να βλάπτει κανένα άλλο, λέγεται κατά Pareto βελτίωση. Μια κατανομή πόρων είναι κατά Pareto βέλτιστη, όταν δεν επιδέχεται περαιτέρω βελτίωση». Ανεξάρτητα από αυτό όμως, η συνολική ωφέλεια, είναι το βασικό κριτήριο και του ωφελιμισμού (Πελεγρίνης, 1997)

Βιβλιογραφικές Αναφορές

 

(I) Στην Αγγλική:

  • Friedman, M (1953) The Methodology of Positive Economics, University of Chicago Press, Chicago
  • Friedman, M (1970) The Social Responsibility of Business is to Increase Its Profits, New York Times Magazine, 13 Σεπτεμβρίου 1970
  • Friedman, M (2003) The Corporation, http://www.thecorporation.com/index.cfm?page_id=315
  • Keynes, J.M. (1936). The General Theory of Employment, Interest and Money. Published by the Harcourt, Brace and Company, and printed in the U.S.A. by the Polygraphic Company of America, New York
  • Smith, A. (1776) An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations. Edited by S.M. Soares, MetaLibri Digital Library, 5th February 2007
  • Wikipedia, (2007). Philosophy of business, http://en.wikipedia.org/wiki/Philosophy_of_business, σε επίσκεψη την 10η Απριλίου 2007

I) Στην Ελληνική:

 

  • Chippaux, J.P. (2005). Σκοτεινά τεστ στη Μαύρη Ήπειρο. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 11/09/2005, (αναδημοσίευση από τη LeMond)
  • Fulcher, J. (2006). Καπιταλισμός. Ελληνικά Γράμματα 2006
  • Kant, I. (1785). Τα Θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών. Εκδώσεις Δωδώνη 1984
  • Rifkin, J. (1996). Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της. ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, 1996
  • Πάντζου, Χ. (2005). Τσουνάμι με απόβλητα και σφαίρες. Ελευθεροτυπία, 27/03/2005
  • Πελεγρίνης, Θ. (1997) Ηθική Φιλοσοφία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Πελεγρίνης, Θ. (2004) Λεξικό Φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Χουμανίδης, Λ.Θ. (1980). Οικονομική Ιστορία και η εξέλιξη των οικονομικών Θεωριών. Εκδόσεις Παπαζήση, 198

Advertisements
This entry was posted in Φιλοσοφικά Άρθρα and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s