Απόψεις περί της ουσίας, της αξίας και του δικαίου του Πολέμου

Εισαγωγή

Η ενασχόληση με θέματα που είναι συναισθηματικά φορτισμένα είναι, φυσικά, ενδιαφέρουσα αλλά κρύβει την παγίδα της προκατειλημμένης αντιμετώπισης. Το παρόν δεν φιλοδοξεί τόσο να αποφύγει την παγίδα επιχειρώντας μια αμερόληπτη προσέγγιση, προσπαθεί κυρίως δίπλα στις καθιερωμένες να φωτίσει και ορισμένες άλλες, ενδιαφέρουσες, κατά την γνώμη μας, απόψεις.

Όμως, τι συναισθήματα μας προκαλεί η ιδέα του Πολέμου ;

Ενστικτωδώς, αρνητικά: Θυμίζει θάνατο, καταστροφή, ανθρώπινη δυστυχία, έσχατη ηθική έκπτωση, «Θηριωδία», (για να δανειστούμε τον όρο από τον Αριστοτέλη), οικολογικό όλεθρο κλπ. Για πολλούς ταυτίζεται με τον απόλυτο παραλογισμό.

Λέμε όμως ψέματα στον εαυτό μας αν δεν παραδεχτούμε ότι ο πόλεμος συνδυάζεται και με θετικά συναισθήματα. Το σκοτεινό μεγαλείο του πολέμου συνίσταται στην υπέρβαση  του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, οπότε  οι εμπόλεμοι παίρνουν στα χέρια τους  τη ζωή και το θάνατο, αλλάζουν την πορεία της ιστορίας και την τύχη των μελλοντικών γενεών.

Πέρα όμως από τις ατομικές – ψυχολογικές αυτές προσεγγίσεις, βλέπουμε ότι συχνά ένα έθνος, ή άλλο συλλογικό υποκείμενο, βασίζει σε πολέμους όχι μόνο την ταυτότητα ή την ενότητα, αλλά και τον ίδιο τον λόγο της ύπαρξής του αφού μέσα από τον πόλεμο έδειξε ότι αυτο-οριοθετείται σαν  κάτι ξεχωριστό από άλλους λαούς ή ομάδες.

– Τι είναι λοιπόν ο πόλεμος ; Μπορούμε να τον ορίσουμε ; Μπορούμε να βρούμε τι κοινό υπάρχει σε όλους τους πολέμους της ιστορίας ;

– Μπορούμε να τον αξιολογήσουμε ; Είναι ο πόλεμος καλός, κακός, ούτε το ένα ούτε το άλλο, απλώς αναγκαίος ;

– Στην πορεία της ανθρωπότητας ο πόλεμος κυριαρχεί ή δίνει σιγά – σιγά τη θέση του στην Ειρήνη ;

– Η υποτιθέμενη ηθική βελτίωση του ανθρώπου έχει μετριάσει την αγριότητα των πρωτόγονων πολέμων ;

– Αν η Ειρήνη είναι μία θετική αξία, με ποιόν τρόπο μπορεί να κυριαρχήσει ;

– Υπάρχει δίκαιος πόλεμος και αν ναι, σε τι συνίσταται η «δικαιοσύνη» του ;

Θα προσπαθήσουμε να συστηματοποιήσουμε απαντήσεις που έχουν δοθεί στα παραπάνω ερωτήματα αφού διευκρινίσουμε το εξής:

Όπως ήδη πρέπει να έχει γίνει κατανοητό, εδώ, δεν γενικεύουμε την έννοια του πολέμου στο εύρος  τού «πολέμου» του Ηράκλειτου που ταυτίζεται με την έννοια της εναντιότητας που συνέχει τον κόσμο, γιατί τότε όντως μιλάμε για κάτι αναγκαίο που δεν επιδέχεται ηθικές κρίσεις. Θα πραγματευτούμε τον ανθρώπινο πόλεμο όπως αυτός μας παρουσιάζεται ιστορικά.

Τα παραπάνω θα εξεταστούν σε τρεις ενότητες.

  1. Στην πρώτη θα εξεταστεί το αν ο πόλεμος είναι καθαυτός καλός ή κακός και επομένως αν η ειρήνη είναι ή όχι μία θετική αξία. Εφ’ ενός θα παρατεθεί εδώ η άποψη του Κάντ που είναι υπέρμαχος της ειρήνης και δίνει μία σειρά προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί μία μόνιμη και παγκόσμια  ειρήνη. Εφ εταίρου θα παρατεθεί η άποψη του Χέγκελ που θεωρεί τον πόλεμο όχι μόνο αναπόφευκτο αλλά και τον αποτιμάει θετικά.
  2. Στην δεύτερη θα εξεταστεί ο «δίκαιος πόλεμος» κατά την παράδοση του “Just war”. Θα παρατεθούν εδώ οι απόψεις κυρίως του Nagel που εστιάζει στην «δίκαια διεξαγωγή» του Πολέμου και οι επισημάνσεις του Richard Norman που συστηματοποιούν τον «δίκαιο σκοπό»
  3. Τέλος, θα παρατεθούν οι απόψεις του Παναγιώτη Κονδύλη που ερμηνεύει αφ’ ενός το έργο του  Clausewitz για να προσδιορίζει την έννοια του Πολέμου, αφετέρου το έργο των Marx και Engels που βασιζόμενοι στο Χεγκελιανό σύστημα αλλά και στις απόψεις του Clausewitz για την έννοια του πολέμου, πραγματεύονται  τι σημαίνει «Δίκαιος Πόλεμος» στην προοπτική  της Ιστορίας. Όμως, εκτός αυτής της ενότητας, οι απόψεις του Παναγιώτη Κονδύλη θα επιστρατεύονται για κριτική σε απόψεις που εκφράζονται και στις δύο προηγούμενες. Ο λόγος που η ενότητα αυτή παρατίθεται μετά τις δύο άλλες ενώ πραγματεύεται τον ορισμό και την ουσία του πολέμου, που λογικά θα έπρεπε να προηγηθούν, είναι ότι ο δεσμευτικός χαρακτήρας της ερμηνείας του πολέμου σύμφωνα με τους συγγραφείς αυτούς, είναι συχνά ασύμβατος με τις απόψεις των προηγουμένων, ιδιαίτερα με την άποψη του “Just war”.
(1) Είναι ο Πόλεμος καλός ή κακός;

 

Ο Κάντ υποστηρίζει ότι στην ανθρώπινη φύση συνυπάρχουν το εγωκεντρικό ζώο και το ορθολογικό κοινωνικό ον που κερδίζει συνεχώς έδαφος.

Είναι ο λόγος που υπαγορεύει την οργάνωση κρατών, και τη θέσπιση νόμων γιατί έτσι μπορούν οι άνθρωποι να απαλλαγούν από τον εξοντωτικό μεταξύ τους ανταγωνισμό και να ζήσουν σαν ελεύθεροι και ισόνομοι πολίτες.

Ο λόγος όμως υπαγορεύει και το κάθε κράτος να υπάρχει σε αρμονία και τάξη με τα γειτονικά. Αυτό απορρέει από την κατηγορική προσταγή, «Πράττε έτσι ώστε οι κανόνες της συμπεριφοράς σου να μπορούν να καταστούν καθολικοί νόμοι», αν αυτή εφαρμοστεί όχι μόνο στην κοινωνία των ανθρώπων αλλά και στην κοινωνία των Εθνών. Η διαρκής ειρήνη λοιπόν είναι μια θετική αξία που αντιστοιχεί σε ένα ανώτερο επίπεδο ορθολογικής ανάπτυξης του ανθρώπου.

Πώς όμως υποτίθεται πως λειτουργεί ο ορθός λόγος  για να υπαγορεύσει μία αλτρουιστική και συνεργατική συμπεριφορά τόσο μεταξύ των ανθρώπων όσο και μεταξύ των εθνών ;  Για μία παραστατική απεικόνιση,  παραθέτουμε ένα παράδειγμα που έχει χρησιμοποιηθεί για να αποδώσει τον προβληματισμό των εμπολέμων και είναι γνωστό σαν το πρόβλημα (παίγνιο) των φυλακισμένων:

Υπάρχουν δύο φυλακισμένοι, Α και Β, που δεν έχουν επικοινωνία μεταξύ τους και κατηγορούνται για το ίδιο αδίκημα. Ο Διευθυντής των φυλακών προσεγγίζει τον καθένα χωριστά και τους κάνει την ίδια πρόταση:

Μπορείς αύριο το πρωί να καταδώσεις ή να μην καταδώσεις τον άλλο φυλακισμένο. Ορίστε τι θα συμβεί:

  1. Αν τον καταδώσεις εσύ και ο άλλος δεν καταδώσει εσένα, εσύ θα αφεθείς ελεύθερος και θα πάρεις και 1.000.000 EUR. Ο άλλος θα κρεμαστεί.
  2. Αντίστοιχα,  αν εσύ δεν τον καταδώσεις και ο άλλος καταδώσει εσένα τότε αυτός θα είναι ελεύθερος και πλούσιος ενώ εσύ θα πεθάνεις.
  3. Αν καταδώσετε ο ένας τον άλλο, τότε θα μείνετε και οι δύο 10 χρόνια φυλακή. Κανείς δεν θα κρεμαστεί, κανείς δεν θα πάρει λεφτά και μετά τη 10ετία θα σας ξανακάνω την ίδια πρόταση.
  4. Αν κανένας δεν καταδώσει τον άλλο τότε είσαστε και οι δύο ελεύθεροι αλλά χωρίς κανένα χρηματικό ποσό.

Ο Πίνακας κερδών του Α διαμορφώνεται όπως φαίνεται στο σχήμα

Σύμφωνα με την θεωρία των παιγνίων η στρατηγική που πρέπει να επιλεγεί είναι η κατάδοση. Διακινδυνεύει κανείς λιγότερα (10 χρόνια φυλακή αντί για κρέμασμα) και μπορεί να κερδίσει περισσότερα (ελευθερία και χρήματα αντί μόνο ελευθερία). Αν όμως και οι δύο επιλέγουν σταθερά αυτή τη στρατηγική, μετά από 2-3 δεκαετίες σκέφτονται  ότι  θα περάσουν τη ζωή τους στη φυλακή, άρα δοκιμάζουν (με ρίσκο φυσικά) να μην καταδώσουν, γιατί αυτή η στρατηγική, της κατάδοσης,  είναι ατελέσφορη. Η ορθολογική στάση είναι να μην καταδώσεις. Η συμπεριφορά αυτή αναπτύχθηκε στην πράξη σε δίκες της μαφίας, όπου τελικά οι υπόδικοι αντιλήφθηκαν ότι η αλτρουιστική συμπεριφορά είναι μακροπρόθεσμα  η πιο συμφέρουσα.  Αυτή τη συμπεριφορά αναμένει ο Κάντ ότι θα υπαγορεύσει ο ορθός λόγος.

Το να καταδώσει κανείς,  στα κράτη αντιστοιχεί με τον εξοπλισμό. Θα επιτύχεις νίκη ή ειρήνη με κόστος. Το να μην καταδώσει κανείς αντιστοιχεί στον αφοπλισμό. Ο αφοπλισμός θα σημαίνει ειρήνη χωρίς κόστος ή ήττα. Μακροπρόθεσμα η ορθολογική συμπεριφορά είναι ο αφοπλισμός και η ειρήνη χωρίς κόστος.

Ο κάθε μεμονωνoμένος άνθρωπος έχει περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης του ορθολογισμού του, όμως η ανθρωπότητα διαμέσου των αιώνων έχει απεριόριστες δυνατότητες. Ο άνθρωπος λόγω των προκλήσεων που αντιμετωπίζει γίνεται πιο έξυπνος, εφευρετικός, και μαθαίνει να σέβεται την έννομη τάξη μέσα στην κοινωνία αλλά και μεταξύ των κρατών. Αφού λοιπόν η ειρήνη, ως επιταγή της κατηγορικής προσταγής, είναι μία θετική αξία, υπάρχουν πρακτικές μέθοδοι και στρατηγικές ειρήνης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα κατάσταση του κόσμου ;

Ο Κάντ προτείνει μία ένωση κρατών που λειτουργεί με 6 προκαταρτικά και 3 οριστικά άρθρα. Αυτά είναι:

  1. Δεν μπορεί να γίνεται ειρήνη και να υπάρχουν μυστικοί όροι και αιτίες για μελλοντικό πόλεμο.
  2. Δεν μπορεί ένα κράτος να περιέλθει στην κατοχή άλλου με αγοροπωλησία, ανταλλαγή, δωρεά κλπ σαν να ήταν περιουσιακό στοιχείο.
  3. Οι μόνιμοι στρατοί πρέπει να εκλείψουν
  4. Δεν πρέπει να συνάπτονται εθνικά χρέη με το εξωτερικό εμπόριο των κρατών
  5. Κανένα κράτος δεν πρέπει να επεμβαίνει βίαια στο σύνταγμα ή στη διακυβέρνηση άλλου κράτους
  6. Κανένα κράτος κατά τον πόλεμο δεν πρέπει να κάνει τέτοιες ενέργειες που θα έκαναν αδύνατη τη μετέπειτα ειρήνη (π.χ. προτροπή για προδοσία, παραβιάσεις συνθηκών, κλπ)

Τα τρία οριστικά άρθρα είναι:

  1. Το σύνταγμα σε κάθε κράτος πρέπει να είναι δημοκρατικό
  2. Τα ανθρώπινα δικαιώματα βασίζονται σε μία ομοσπονδία ελευθέρων κρατών
  3. Το διεθνές δίκαιο περιορίζεται στους όρους μιάς παγκόσμιας φιλοξενίας.

Οι κανόνες αυτοί δεν υπονοούν μόνο πίστη στην ειρήνη αλλά επίσης πίστη και στην ιδέα του Κράτους. Η πίστη στην ιδέα του κράτους υπάρχει επίσης στον  Hegel και στον Clausewitz αλλά δεν είναι τυπικά Γερμανική αντίληψη. Ανάγεται γενικότερα στον Διαφωτισμό.

Ο Κάντ φυσικά γνώριζε ότι η  ειρήνη είναι πάντοτε επισφαλής λόγω της ανθρώπινης εγωπάθειας και αναξιοπιστίας. Θεωρούσε όμως ότι καθώς στην προοπτική της ιστορίας οι πόλεμοι θα γίνονται απείρως πιο καταστροφικοί, οι άνθρωποι θα αναγκαστούν να ζήσουν ειρηνικά αντικαθιστώντας τον πόλεμο με διεκδικήσεις εντός ενός διεθνούς νομικού συστήματος. Αυτό όμως μέχρι σήμερα δεν έχει επιβεβαιωθεί. Παρότι υπάρχει η δυνατότητα διεξαγωγής καταστροφικών πολέμων, συχνότερα γίνονται περιορισμένοι πόλεμοι. Το πως μπορεί να  συμβαίνει αυτό θα το δούμε στην 3η  ενότητα. Εκεί επίσης θα δούμε την δυσπιστία στο ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το διεθνές δίκαιο ή οργανισμοί του τύπου του ΟΗΕ στην αποτροπή των πολέμων.

Απέναντι στις απόψεις του Κάντ στέκεται ο Χέγκελ. Παρατηρεί ότι στην αιώνια ειρήνη του Kant όλα στηρίζονται στην κυριαρχία της ανθρώπινης βούλησης, άρα, όλα είναι συνδεδεμένα με το τυχαίο ή το «ενδεχόμενο».  Λείπει η αναγκαιότητα. Και η αναγκαιότητα απαιτεί να συμβούν συγκεκριμένα γεγονότα διαμέσου των οποίων  θα συνεχιστεί η εξέλιξη του κόσμου. Ο πόλεμος είναι κατεξοχήν ένα τέτοιο γεγονός που επιταχύνει την εξέλιξη. Για τον Χέγκελ, δεν είναι το άτομο, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δικαιοσύνη ή η ισότητα που έχουν σημασία. Η ιστορία είναι ένα σφαγείο όπου σταθερά θυσιάζεται η ευτυχία των λαών και η αρετή των ατόμων. Το μέρος, το άτομο χάνεται μέσα στο όλο. Το μόνο που έχει σημασία είναι η πορεία του πνεύματος που αφού εξέπεσε,  επανακάμπτει στον εαυτό του διαμέσου, μεταξύ άλλων, και των γεγονότων της ιστορίας.

Η πορεία του πνεύματος διέρχεται μέσα από την ιδέα του κράτους. Και το κράτος πρέπει να πραγματώσει το δυναμικό του.

Ο λόγος, που κυβερνά τα πάντα, δεν επιδέχεται ηθική αξιολόγηση. Οι αντιμαχόμενοι στους πολέμους νομίζουν ότι πολεμούν για τούς δικούς τους σκοπούς και συμφέροντα. Αγνοούν ότι στην πραγματικότητα εξυπηρετούν απλώς την πορεία του πνεύματος  Η εξέλιξη που πραγματώνεται  μέσα από τον πόλεμο είναι η φυσική κατάσταση και όχι η ειρήνη. Με τον πόλεμο οι άνθρωποι φτάνουν στα όρια της ύπαρξής τους.

Ο Πόλεμος για τον Hegel έχει δύο θετικές πλευρές:

a)      Είναι η διαδικασία κάθαρσης και ανανέωσης των λαών. Χωρίς αυτόν η ανθρωπότητα θα κινδύνευε να εκφυλιστεί στο τέλμα της στασιμότητας

b)      Ο Πόλεμος μάλλον ενώνει παρά χωρίζει τους ανθρώπους. Μ’ αυτόν οι λαοί και τα έθνη αποκτούν συνοχή.

Σχετικά με τις δύο παραπάνω προσεγγίσεις, μπορούμε να κάνουμε, νομίζω, μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση:

Η άποψη του Κάντ είναι αρκετά ορθολογική και οι προϋποθέσεις που βάζει είναι επίσης αρκετά λογικές, με την έννοια ότι μπορούμε να τις δεχτούμε χωρίς να καταφύγουμε σε μεταφυσικές υποθέσεις.  Ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι ορθολογικός άρα  η συμπεριφορά του τείνει να γίνεται όλο και πιο συναινετική, έτσι η ειρήνη είναι όχι μόνο επιθυμητή αλλά και εφικτή με τους όρους της «αιώνιας ειρήνης».

Η άποψη του Χέγκελ, αντίθετα, προϋποθέτει να δεχτούμε τον κατά βάση αυθαίρετο συλλογισμό του περί της προδιαγεγραμμένης πορείας του πνεύματος.

Αν, παρόλα αυτά, ανατρέξουμε στην ιστορία, θα δούμε ότι αυτή  εξηγείται πειστικότερα με την άποψη του Χέγκελ ενώ οι απόψεις του Κάντ φαίνονται μη-ρεαλιστικές.

Για παράδειγμα, το πρώτο προκαταρτικό άρθρο της αιώνιας ειρήνης του Κάντ, σύμφωνα με το οποίο κάθε ειρήνη δεν πρέπει να περιέχει αιτίες για μελλοντικό πόλεμο, είναι αρκετά ουτοπικό, επειδή το τέλος κάθε πολέμου έχει συνήθως τα σπέρματα ενός καινούριου καθώς ο ηττημένος εξαναγκάζεται να δεχτεί ότι του επιβάλλει ο νικητής. Τυπικό παράδειγμα είναι το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου που στέρησε από τη Γερμανία εδάφη, αποικίες, επέβαλε περιορισμούς στις ένοπλες δυνάμεις της κλπ. Όλα αυτά υπέθαλψαν τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Ανάλογη λογική ευχολογίου έχουν και τα υπόλοιπα προκαταρτικά άρθρα.

Όσον αφορά τώρα το πολύ σημαντικό πρώτο οριστικό άρθρο, που θέτει το αίτημα το πολίτευμα σε κάθε κράτος να είναι δημοκρατικό σαν όρο που θα εξασφάλιζε μία φιλειρηνική διευθέτηση των μεταξύ των κρατών διαφορών, μια και οι ηγεμόνες μπορεί να επιθυμούν πόλεμο, αλλά οι λαοί ποτέ, ο Παναγιώτης Κονδύλης παρατηρεί ότι οι Δημοκρατίες δεν είναι αναγκαστικά ειρηνόφιλες . Συγκεκριμένα, αφού διευκρινίσει ότι σαν Δημοκρατία εννοούμε ένα πολίτευμα που τηρεί τον διαχωρισμό των εξουσιών, εφαρμόζει κοινοβουλευτισμό, επιτρέπει τη Δημοσιότητα κλπ, κάνει μερικές  ιστορικές παρατηρήσεις:

  • H Δημοκρατική αρχαία Αθήνα, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, στάθηκε περισσότερο υπεύθυνη για τις βιαιότητες του Πελοποννησιακού Πολέμου από ολιγαρχίες ή τυραννίες ακριβώς λόγω των βίαιων τάσεων και των παθών του όχλου.
  • Η  Γαλλική Δημοκρατία που προήλθε από τη Γαλλική επανάσταση υπήρξε επιθετικότατη.
  • Η Μεγάλη Βρετανία επέτυχε κατά τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο υψηλότερο βαθμό πολεμικής κινητοποίησης από ότι η Ναζιστική Γερμανία.
  • Οι Δημοκρατίες προθυμότατα συμμαχούν με «Δεσποτείες» (π.χ. οι συμμαχίες Αγγλίας και Γαλλίας με τη Ρωσία στους 2 παγκοσμίους πολέμους) όταν τα γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα το καλούν.

Από την άλλη μεριά, οι απόψεις του Χέγκελ στέκουν θαυμάσια όταν τις δοκιμάσουμε σε ιστορικά γεγονότα. Ο Τολστόι, στο τέλος του βιβλίου του «Πόλεμος και ειρήνη» διατυπώνει κάποιες απόψεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν φιλοσοφία της ιστορίας, και λεει ότι για όσους βίωσαν τα γεγονότα και αισθάνθηκαν το  μέγεθος της καταστροφής του Πολέμου (αναφέρεται στην εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία), καμία από όλες τις αιτίες, που έχουν διατυπωθεί, ή μπορεί κανείς να σκεφτεί, δεν φαίνεται αρκετή να αιτιολογήσει τα όσα συνέβησαν. Οι αρχικές  επιδιώξεις των εμπόλεμων καθώς και τα τακτικά σχέδιά τους, δεν είχαν καμία αντιστοιχία με ότι τελικά συνέβη, και ψάχνοντας το «γιατί»  καταλήγει στο ότι τα πράγματα αυτά απλά «έτσι έπρεπε να γίνουν». Καταλήγει, δηλαδή, στο ότι τα πράγματα σπρωγμένα, από μία δύναμη που κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει, συμβαίνουν πέρα από τις επιδιώξεις αυτών που νόμιζαν ότι κινούν τα νήματα ή έπαιρναν τις αποφάσεις.

Τα παραπάνω θέλουν να καταδείξουν ότι δεν πρόκειται απλώς για αδυναμία των εμπλεκομένων σε έναν πόλεμο να προβλέψουν τις εξελίξεις, πράγμα που είναι αναμενόμενο, παρά για το ότι ο πόλεμος απελευθερώνει δυνάμεις που εξελίσσουν τα πράγματα σε κατεύθυνση ανεξάρτητη από τα σχέδια και τις αρχικές προθέσεις των εμπολέμων.

(2) Υπάρχει ηθικός πόλεμος;

Η προέλευση των αντιλήψεων περί δίκαιου πολέμου είναι Χριστιανική. Αρχικά, ο Χριστιανισμός αρνείτο κάθε μορφή βίας. Όταν όμως έγινε η επίσημη Θρησκεία του Ρωμαϊκού κράτους έκανε κάποιες προσαρμογές. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, ένας πόλεμος για να είναι δίκαιος πρέπει να ικανοποιεί δύο κριτήρια:  Να έχει δίκαιο σκοπό (Jus ad Belum) και να χρησιμοποιεί δίκαια μέσα (Jus in Belum)

Σχετικά με τον δίκαιο σκοπό ή «τι σε δικαιολογεί να μπεις σε πόλεμο» ο Richard Norman αναφέρει τις επικρατούσες προϋποθέσεις:

  1. Ο πόλεμος πρέπει να έχει δίκαια αιτία
  2. Πρέπει να διεξαχθεί για αυτή την συγκεκριμένη αιτία και όχι, με την ευκαιρία, και για άλλες άσχετες
  3. Πρέπει να αποφασιστεί από μία νόμιμη αρχή (π.χ. εκλεγμένη κυβέρνηση) όχι άτομα
  4. Πρέπει να γίνει κήρυξη Πολέμου
  5. Πρέπει να έχει «λογικές πιθανότητες» επιτυχίας. Ένας εκ των προτέρων χαμένος πόλεμος έχει πολλά κακά χωρίς λόγο.
  6. Ο πόλεμος είναι η τελευταία λύση όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει
  7. Η απόφαση πρέπει να λαμβάνει υπόψιν της μία αναλογικότητα μεταξύ των καλών που θα επιφέρει ο πόλεμος και των κακών που θα επισύρει.

Σχετικά με τα δίκαια μέσα, ή «τι ενέργειες επιτρέπεται κάνεις σε έναν Πόλεμο», αναφέρονται δύο προϋποθέσεις:

  1. Προστασία αμάχων
  2. Αναλογικότητα ως προς τα μέσα

Θα κάνουμε μία προκαταρτική παρατήρηση σχετικά με τον δίκαιο σκοπό: Φαίνεται καθαρά ότι για να έχουν νόημα οι όροι 2,5,7 πρέπει τα γεγονότα ενός πολέμου να είναι προβλέψιμα ή τουλάχιστον να παραμένουν  υπό τον έλεγχο των εμπολέμων. Θα δούμε παρακάτω ότι η προϋπόθεση αυτή είναι αρκετά ουτοπική. Επίσης, προσωπικά θεωρώ ότι οι όροι 3,4 στερούνται ουσίας.

Μακράν, ο ουσιαστικότερος από τους όρους του δίκαιου σκοπού είναι ο πρώτος, «Ο πόλεμος πρέπει να έχει δίκαια αιτία», αλλά δυστυχώς είναι ανοιχτός σε οποιαδήποτε ερμηνεία. Χωρίς να λύνουμε το πρόβλημα είναι λίγο  καλύτερα να τον διατυπώσουμε έτσι:

Αυτός που πάει σε πόλεμο πρέπει να μπορεί να εξηγήσει  ποιό κακό πάει να διορθώσει με τον πόλεμο.

Απόρροια αυτής της αρχής είναι η παρατήρηση της Ελίζαμπεθ Άσκονμπ που, αναφερόμενη στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο,  λεει ότι αντικειμενικός στόχος ενός πολέμου δεν μπορεί να είναι η άνευ όρων παράδοση του αντιπάλου. Πρέπει να μπορούν να προσδιοριστούν άλλοι συγκεκριμένοι στόχοι που όταν επιτευχθούν ο αντίπαλος να μπορεί να οδηγηθεί σε μία ανεκτή συνθηκολόγηση.

Η εξέλιξη στην άποψη της δίκαιης αιτίας είναι ότι υπάρχει μόνο ένας επαρκής λόγος για να πάς σε πόλεμο και αυτός είναι «να αμυνθείς απέναντι σε επιθετικό αντίπαλο». Έτσι ο πόλεμος αιτιολογείται μόνο σαν αυτοάμυνα. Δίκαιος είναι ο αμυντικός πόλεμος και άδικος ο επιθετικός.

Ο Θεόφιλος Βέικος δίνει ως εξής το περίγραμμα του επιθετικού και του αμυντικού πολέμου:

Επιθετικός Πόλεμος: Αρχή είναι η βούληση για δύναμη, περιεχόμενο η εκμηδένιση του άλλου, και τόπος τα όρια των αμοιβαίων ενδιαφερόντων για κυριαρχία.

Αμυντικός Πόλεμος: Αρχή είναι η βούληση για επιβίωση και ασφάλεια, και τόπος τα όρια των αμοιβαίων δικαιωμάτων

Αν, σύμφωνα με την αντίληψη που εκθέτουμε, ο πόλεμος αιτιολογείται μόνο ως αυτοάμυνα μπορούμε να εξετάσουμε περισσότερο αυτή τη λογική.

Συγκεκριμένα, μπορεί να θεωρηθεί ότι η ιδέα της αυτοάμυνας (που δικαιολογεί τον φόνο σε ατομικές περιπτώσεις) ισχύει και σε συλλογικές συγκρούσεις (πολέμους) ;

Γενικά, σύμφωνα με τον Richard Norman μία κοινότητα μπορεί μπει σε πόλεμο για να υπεραμυνθεί ορισμένων αγαθών:

  1. Ζωή και ελευθερία των πολιτών της.
  2. Εδαφική ακεραιότητα
  3. Πολιτική ανεξαρτησία (ακόμα κι αν η κοινότητα εσωτερικά κυβερνάται απολυταρχικά)
  4. 4.      Ανεξαρτησία άλλων (φιλικών) κρατών, με τη λογική ότι η προσβολή τους θέτει σε κίνδυνο την διεθνή τάξη.

Ο 4ος όρος είναι αρκετά συζητήσιμος, και σε αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί  ο 5ος όρος της «Αιώνιας Ειρήνης» από του Κάντ, αλλά η λεπτομερέστερη εξέτασή του εκφεύγει του παρόντος. Προκειμένου, λοιπόν, να προστατευτεί η ζωή των πολιτών, η απόφαση για πόλεμο μοιάζει επαρκώς αιτιολογημένη. Δικαιολογείται όμως μια κοινότητα  να μπει σε πόλεμο (να σκοτώσει δηλαδή) για να προστατέψει απλώς τον τρόπο ζωής της ;

Ας υποθέσουμε ότι ο επιτιθέμενος δεν θέλει να σκοτώσει, να καταστρέψει, κλπ αλλά να αλλοιώσει την κοινή  ζωή μιάς κοινότητας, για παράδειγμα, ελέγχοντας κάποιες  περιοχές, ρυθμίζοντας διαφορετικά θέματα πολιτικά, οικονομικά, πολιτιστικά, (και παρέχοντας σε αντάλλαγμα ίσως κάποια δικαιώματα),  κοκ.

Μία άποψη είναι η εξής: Αν το αίσθημα της κοινής ζωής είναι χαλαρό μπορεί η κοινότητα και να μην αντισταθεί. Πράγματι, δεν αξίζει τον κόπο να σκοτώσει για να υπεραμυνθεί κάποιου τέτοιου αμφισβητήσιμου αγαθού. Αν το αίσθημα της κοινής ζωής είναι έντονο θα αντισταθεί, και η πράξη αυτή καθαυτή της δίνει το δικαίωμα για πόλεμο. Διότι η αποφασιστικότητά της να διακινδυνεύσει ζωές δείχνει ότι θεωρεί την κοινή ζωή τόσο σημαντική ώστε να πολεμήσει και να σκοτώσει.

Η επιχειρηματολογία όμως αυτή δεν είναι και πολύ δυνατή.

Θα έπρεπε να καταδειχτεί ότι  η ζωή της πολιτικής κοινότητας έχει συγκρίσιμη  αξία με την  ανθρώπινη ζωή.

Σύμφωνα με τον Norman, το πρόβλημα εν προκειμένω είναι το εξής: Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ο ανθρώπινος θάνατος είναι μη αναστρέψιμος. Μία συλλογική ζωή δεν είναι μοναδική και μπορεί να επανασυσταθεί. Αν η κατάλυση ενός κράτους σημαίνει κατά κάποιο τρόπο «θάνατο» δεν έχει τη μορφή ότι «χάθηκαν τα πάντα» όπως στον ατομικό θάνατο.

Σχετικά τώρα με τα δίκαια μέσα, (Jus in Belum), υπάρχουν χοντρικά δύο προσεγγίσεις: Η ωφελιμιστική και η απολυτοκρατική.

  • Η πρώτη, η ωφελιμιστική, λεει «επιτρέπεται να κάνεις ο,τιδήποτε αν είναι να προλάβεις ένα μεγαλύτερο κακό» Με τη λογική αυτή επιτρέπεται π.χ. να σκοτώσω 100 αθώους για να σώσω 200 ή 2.000, ή όποιο είναι το όριο του καθενός.
  • Η δεύτερη, η απολυτοκρατική,  λεει «ορισμένα πράγματα, π.χ. την αφαίρεση της ζωής, δεν τα κάνεις σε καμία απολύτως περίπτωση, όποιο κι αν είναι το όφελος»  Με την άποψη αυτή συντάσσεται ο ακραίος πασιφισμός: Κάθε πόλεμος είναι κακός και κάθε ενέργεια μέσα σε έναν πόλεμο αν έχει σαν αποτέλεσμα το θάνατο αθώων είναι έγκλημα.  Η άποψη αυτή είναι, κατά τους συγγραφείς, επικίνδυνη γιατί ισοπεδώνει τα πάντα. Εξομοιώνει τις «λογικές ή απαραίτητες» με τις φρικτότερες πράξεις εντός του πολέμου.  Τι προτείνουν ;  Έναν συνδυασμό φυσικά. Η απολυτοκρατία θα χρησιμοποιηθεί για να βάλει κάποια όρια στον ωφελιμισμό. Π.χ. Στον πόλεμο επιτρέπεται να σκοτώνεις στρατιώτες του εχθρού, όμως όποιες και να είναι οι συνθήκες δεν δικαιολογείται η σφαγή αιχμαλώτων.
  • Όταν απολυτοκρατία και ωφελιμισμός οδηγούν στην  ίδια κρίση δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Όταν όμως η απολυτοκρατία συγκρούεται με τον ωφελιμισμό μπορεί να γίνει παράδοξη διότι δεν αφήνει να επιλέξουμε το μικρότερο από 2 κακά.

Όπως είπαμε, οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η θεωρία των «δίκαιων μέσων» είναι  η Αναλογικότητα ως προς τα μέσα και η προστασία των αθώων (αμάχων).

Θα δώσουμε κάποια παραδείγματα που θα φωτίσουν τι σημαίνουν αυτά τα δύο.

Στη συνέχεια θα συστηματοποιήσουμε τους λόγους που οδηγούν στις κρίσεις αυτές.

  • Όταν βομβαρδίζεις ένα στρατιωτικό εργοστάσιο,  υπό μορφή στατιστικής βεβαιότητας σκοτώνεις αθώους.  Αυτό όμως δεν είναι δολοφονία. Η ανικανότητα ή η αδιαφορία σου να εκτιμήσεις τις διάφορες δυνατότητες μετατρέπει την πράξη σου σε δολοφονία. Για παράδειγμα, οι Άγγλοι στη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου βομβάρδισαν επιχωματωμένες περιοχές στην Ολλανδία με αποτέλεσμα να πνιγεί ολόκληρος ο  ντόπιος πληθυσμός για να παγιδεύσουν έναν Γερμανό αξιωματικό που πήγε να το σκάσει. Εδώ υπάρχει δυσαναλογία μέσων και σκοπών
  • Ποιοί είναι οι αθώοι εν πολέμω ; Αθώος είναι ο μή επιβλαβής. Ο αγρότης που καλλιεργεί σιτάρι που τρέφει τον εχθρικό στρατό δεν είναι επιβλαβής. Ο στρατιώτης ακόμη και την ώρα που κοιμάται είναι επιβλαβής σαν ρόλος. Ο αιχμάλωτος δεν είναι επιβλαβής. Ο αιχμάλωτος όταν παραδίδεται γίνεται αθώος.

 

Ο Νάγκελ τάσσεται υπέρ της απολυτοκρατίας καθώς ο ωφελιμισμός από μόνος του μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε φρικαλεότητα μπορεί να έχει όφελος:

Θα  κάνει όμως κάποιες διακρίσεις που θα οριοθετήσουν το τι σημαίνει η απολυτοκρατία που ο ίδιος εισηγείται:

  1. Η απολυτοκρατία δεν μπορεί να απαγορεύει το φόνο κάποιου. Υπάρχουν συνθήκες που αυτό είναι αναπόφευκτο. Απαγορεύει απλώς ορισμένα πράγματα.
  2. Απαγορεύει να κάνουμε ορισμένα πράγματα σε ανθρώπους, δεν απαγορεύει να συμβαίνουν σαν «παράπλευρα» αποτελέσματα ακόμα κι αν αυτά είναι απολύτως προβλέψιμα. (Double effect). Είναι με αυτή την έννοια που είναι θεμιτό να βομβαρδίζεις ένα στρατιωτικό εργοστάσιο.
  3. Δεν βάζει όρια (κατώφλι) σε ορισμένες πράξεις: Που πάει να πει, θα μπορούσαμε να κάνουμε έναν εσκεμμένο φόνο για να αποφύγουμε 50 π.χ. συμπτωματικούς ή ενδεχόμενους θανάτους. Αντίθετα, καλεί να αποφεύγουμε εντελώς τέτoιες πράξεις εκτός αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες.
  4. Οι ενέργειές μας πρέπει να κατευθύνονται ευθέως στο αντικείμενο της εχθρότητάς μας. Όπως π.χ. αν έχουμε πρόβλημα με το ύψος του ναύλου του ταξί, διαμαρτυρόμαστε  για αυτό και δεν λέμε  στον ταξιτζή ότι είναι αγράμματος επαρχιώτης κλπ..  Ο αποδέκτης της εχθρικής μας ενέργειας θα πρέπει να μπορεί να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που μας ενοχλεί στην συμπεριφορά του. Με τη λογική αυτή δεν μπορεί να χτυπάμε κάποιον άλλο που απλώς είναι προσεγγίσιμος (π.χ. άμαχοι) για να βλάψουμε το πραγματικό αντικείμενο της εχθρότητάς μας.
  5. Αθώος είναι ο μη επιβλαβής, έστω και προσωρινά. Φυσικά, ένα παιδί θα μεγαλώσει και μπορεί να γίνει στρατιώτης. Μία γυναίκα μπορεί να γεννήσει παιδιά που αύριο θα γίνουν εχθρικοί στρατιώτες, Ένας αγρότης θα προσφέρει τρόφιμα στο εχθρικό στράτευμα. Όλοι αυτοί όμως  είναι προσωρινά αβλαβείς.  . Η προσπάθεια διάκρισης του Νάγκελ είναι η εξής. Δεν σκοτώνουμε τον εχθρικό στρατιώτη επειδή είναι άνθρωπος αλλά επειδή είναι οπλισμένος. Ρόλοι που εξυπηρετούν καθαρά ανθρώπινες λειτουργίες π.χ. ιατρική περίθαλψη, διατροφή κλπ δεν μπορεί να θεωρούνται επιβλαβείς.  Περαιτέρω, η χρήση πυρηνικών, βιολογικών όπλων, ο δηλητηριασμός φυτειών ή υδάτων έχουν σαν στόχο την ανθρώπινη φύση καθεαυτή και όχι απλώς την στρατιωτική ιδιότητα και για τον λόγο αυτό είναι ανεπίτρεπτα.
  6. Με την ίδια λογική, η σύγκρουση μεταξύ κρατών δεν πρέπει να κατευθύνεται κατά παντός στοιχείου ή συστήματος της άλλης  χώρας (Καλλιέργειες, μεταφορές, κλπ αλλά να σχετίζεται με την πολεμική της μηχανή). Διότι ένα έθνος ασχολείται με ένα σωρό άλλα πράγματα εν καιρώ πολέμου και δεν είναι εχθρικό εξ αιτίας αυτών των πραγμάτων

Ο Νάγκελ πάντως κάνει δύο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που αφαιρούν κύρος από την θεωρία των δίκαιων μέσων:

  1. Ηθικό αδιέξοδο:   Γενικά, όχι μόνο στον πόλεμο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου όποια επιλογή και αν κάνει κάποιος, είναι ανήθικος.  Αυτό συμβαίνει επειδή έχουν προηγηθεί κάποιες πράξεις του που τον φέρνουν σε αδιέξοδο (π.χ. κάποιος που έχει δώσει δύο αντιφατικές υποσχέσεις).  Εμείς ανακουφιζόμαστε γιατί μπορούμε να αποφύγουμε τέτοιες πράξεις. Αυτό όμως που μας τρομάζει είναι ότι μπορούμε να βρεθούμε σε μία ομοίως αδιέξοδη κατάσταση από αποφάσεις που έχουν πάρει άλλοι. (π.χ. είτε βασανίζω έναν αιχμάλωτο για να πάρω πληροφορίες, είτε δεν το κάνω και εκδηλώνεται δολιοφθορά που θα μπορούσα να προλάβω και σκοτώνονται 200 συνάδελφοί μου). Ο πόλεμος είναι συχνά μια τέτοια κατάσταση.
  2. Οριακές περιπτώσεις: Μία ενδιαφέρουσα οριακή περίπτωση είναι οι ωμότητες που μπορεί να διαπράξει κάποιος όντας σε ιδιαίτερα μειονεκτική (ανίσχυρη) θέση.  Με τη λογική αυτή, η διεθνής τρομοκρατία (π.χ. Αλ Κάιντα) μπορεί να κατανοηθεί σαν το αποτέλεσμα μιάς τέτοιας ασυμμετρίας.   Ο εχθρός που πολεμάει έχει τόσο συντριπτική υπεροχή που αφήνει δύο μόνο επιλογές: Είτε τον «βρώμικο» πόλεμο, είτε την υποταγή.  Με λίγα λόγια τα δίκαια μέσα μοιάζουν με μία «πολυτέλεια» που έχει ο ισχυρός να μην διακινδυνεύσει να χάσει παραμένοντας ηθικός. Αντίθετα ο ανίσχυρος είτε θα μπει σε έναν ανήθικο πόλεμο για να έχει έστω και ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας, ή έστω αντίδρασης, είτε δεν θα μπει καθόλου.
Παρέκβαση: Οι δυσκολίες της ηθικής αποτίμησης του πολέμου

Το τμήμα αυτό παρατίθεται για να δικαιολογήσει, εν μέρει, το λόγο ύπαρξης της 3ης ενότητας που ακολουθεί. Λέμε «εν μέρει» διότι η ενότητα αυτή έχει ούτως ή άλλως μια αδιαμφισβήτητη αξία αφού παραθέτει τις απόψεις περί της ουσίας του πολέμου διανοητών, τέτοιας εμβέλειας, που να θεωρούνται κλασικοί.

Αυτό που θα επιχειρήσουμε είναι να αντλήσουμε επιχειρήματα από την ουσία του πολέμου που να δείξουν ότι η λογική του  «δίκαιου πολέμου» έχει σοβαρές αδυναμίες.

Η πρόσθετη δυσκολία στο πρόβλημα της ηθικής αποτίμησης του πολέμου σε σχέση με την ηθική αποτίμηση των ατομικών πράξεων είναι ότι ο πόλεμος είναι μία συλλογική πράξη, που απαιτεί πολλούς διαφορετικούς ανθρώπινους ρόλους κατά τη διεξαγωγή του και διαρκεί κατά κανόνα μεγάλα χρονικά διαστήματα σε σχέση με τις ατομικές πράξεις. Έχουμε  μάθει ότι μία πράξη για να είναι ηθικά αποτιμήσιμη πρέπει ο πράτων να την έχει επιλέξει ελεύθερα και με επίγνωση του τι πράττει. Πρέπει να γνωρίζει δηλαδή τι κάνει, για ποιό λόγο το κάνει, τι μέσα χρησιμοποιεί, και ποιά είναι τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης του. Όλα αυτά είναι σχετικά απλά όταν κάποιος π.χ. κλέβει, σκοτώνει για προσωπικούς λόγους, κλπ.  Οι ίδιες πράξεις σε κατάσταση πολέμου συσκοτίζονται από πολύ μεγάλη αβεβαιότητα:

  • Ποιός αποφασίζει να πάει σε πόλεμο ;  Ένας άνθρωπος ; μία κυβέρνηση ; μία τάξη ; ένας λαός ; ο κάθε στρατιώτης ή πολίτης ξεχωριστά ;
  • Ποιός γνωρίζει τα μέσα που θα επιλεγούν στις διάφορες φάσεις του πολέμου λαμβανομένης υπόψιν της ιδιαιτερότητας των συνθηκών και των τακτικών επιλογών χωρίς τις οποίες είναι ακατανόητη η διεξαγωγή του πολέμου ;
  • Παραμένουν οι επιδιώξεις εντός του πολέμου σταθερές ή μεταβάλλονται διαρκώς ;
  • Αν είναι δύσκολο να προβλεφθούν οι επιπτώσεις ατομικών  πράξεων μέσα στο χάος των συνθηκών της πραγματικότητας, πόσο πιο αβέβαιες είναι οι επιπτώσεις πολέμων που απελευθερώνουν ένα πλήθος από παράγοντες να δράσουν αλληλεπιδρώντας μεταξύ τους ;

Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι δεν μπορούμε να εξετάζουμε συλλογικές πράξεις με κριτήρια που θέτουμε για τις ατομικές πράξεις. Όμως, εκτός του ότι μια συλλογική πράξη είναι ένα σύνολο από ατομικές πράξεις, αυτό μας υπαγορεύει να το κάνουμε η θεωρία του Just war.

Οι δυσκολίες αυτές επισημαίνονται και από κάποιους από τους εισηγητές του Just war:

  • Η Ελίζαμπεθ Άσκονμπ επισημαίνει ότι όταν κηρύχθηκε ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος, ο Αμερικανός πρόεδρος ζήτησε από τους εμπολέμους να σεβαστούν τους αμάχους. Ο πόλεμος τελείωσε με εντολή του Αμερικανού προέδρου για τη ρίψη μίας ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα. Δύο διαβήματα για συνθηκολόγηση των Ιαπώνων που είχαν προηγηθεί αγνοήθηκαν. Μία δεύτερη, άλλου τύπου, βόμβα ρίχτηκε στο Ναγκασάκι τρεις μέρες αργότερα, χωρίς να επιδοθεί κανένα τελεσίγραφο.
  • Ο Richard Norman επισημαίνει ότι ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος αιτιολογήθηκε από τους νικητές σαν απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον Ναζισμό. Όμως ο Πόλεμος δεν κηρύχθηκε για αυτό,  παρά για την εισβολή στην Πολωνία. Για τον τερματισμό του δεν απαιτήθηκε η αποχώρηση των Γερμανών από την Πολωνία και τα άλλα κράτη, αλλά η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας. Παρότι οι σύμμαχοι επικράτησαν των Γερμανών, το τέλος του Πολέμου βρήκε την Πολωνία με μία αμφίβολη ανεξαρτησία, υπό Σοβιετική επικυριαρχία, και τον κόσμο χωρισμένο σε δύο στρατόπεδα με έναν ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, τον πυρηνικό όλεθρο να αποτελεί μία ρεαλιστική πιθανότητα. Κανείς, παρατηρεί ο Norman, δεν μπορούσε να διανοηθεί το 1939 μια τέτοια εξέλιξη του πολέμου που μόλις άρχιζε.

Αυτές οι παρατηρήσεις προφανώς σημαίνουν ότι ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος υπήρξε απρόβλεπτος και άδικος σε πολλά επίπεδα. Καθώς όμως παρόμοιες αποκλίσεις, διαφορετικής κατά περίπτωση έκτασης, από  τις αρχές του Just War παρατηρούνται σε κάθε πόλεμο, μπορεί και να σημαίνουν ότι οι αρχές αυτές  είναι μία ακαδημαϊκή άσκηση άσχετη με πραγματικότητα του πολέμου.

Το μόνο ίσως στο οποίο θα μπορούσε να βοηθήσει η προγενέστερη ανάλυση είναι στο να μην μπορεί, τουλάχιστον, να μας κοροϊδεύει όποιος επιφυλάσσει για τον εαυτό του το ρόλο του δίκαιου διεξαγωγέα πολέμου. Θα μπορούσε, δηλαδή, το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης να μην απονείμει το βραβείο στον κ. Τρούμαν όπως ζήτησε η κ. Άσκομπ.  Η ίδια ανάλυση επίσης ερμηνεύει συχνά την επικοινωνιακή πολιτική των εμπολέμων. Για παράδειγμα, καταλαβαίνουμε πλέον την θεωρητική ανάγκη που πρέπει να καλυφθεί, και έτσι το Ιράκ «έπρεπε» να διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής, (για να αποτελεί έναν «επιθετικό» αντίπαλο), καταλαβαίνουμε γιατί η τεχνολογία των  όπλων ακριβείας προβάλλεται τόσο  έντονα, (γιατί μπορεί έτσι να αποφεύγονται τα τυφλά, μαζικά χτυπήματα εναντίον του άμαχου πληθυσμού). Η πραγματικότητα όμως του πολέμου πίσω από την επικοινωνιακή πολιτική βλέπουμε ότι, δυστυχώς, παραμένει αναλλοίωτη.

Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρούμε χρήσιμη την παράθεση της ενότητας αυτής στο διάλογο περί του δίκαιου πολέμου.

(3) Η ερμηνεία του Π. Κονδύλη στο έργο των Clausevitz, Marx, Engels

Προκαταρτικά θα πούμε ότι από τον Clausewitz συνάγεται ότι δεν υπάρχει ούτε  τρόπος, ούτε λόγος ηθικής αποτίμησης του πολέμου, αφενός διότι αυτός είναι αναπόδραστος και ανθρωπολογικά θεμελιωμένος άρα  ο «δίκαιος σκοπός» δεν έχει νόημα, αφετέρου, ο μετριασμός για ηθικούς λόγους της βίας στα πλαίσια των «δίκαιων μέσων» είναι ασύμβατος με την ίδια την έννοια του πολέμου.

Οι Marx και Engels θεωρούν ομοίως ότι τα «δίκαια μέσα» δεν έχουν νόημα, δίνουν όμως τη δική τους πολύ συγκεκριμένη ερμηνεία στον «δίκαιο σκοπό» του πολέμου.

  • Τι είναι λοιπόν πόλεμος ;
  • Η ηθική βελτίωση του ανθρώπου έχει μειώσει  την αγριότητα των πρωτόγονων πολέμων ;
  • Μπορεί η ειρήνη βαθμιαία να κυριαρχήσει ;
  • Που οφείλονται οι πόλεμοι ;

Τι λεει για αυτά ο Clausewitz;

Ο Clausewitz λεει ότι  Πόλεμος είναι «πράξη βίας για να εξαναγκάσουμε τον αντίπαλο να εκτελέσει την επιθυμία μας».

Ο Π. Κονδύλης επιστήνει την προσοχή μας στο ότι στον ορισμό αυτό λαμβάνονται υπόψιν υπαρξιακά μεγέθη (βία, αντίπαλος, εξαναγκασμός, επιθυμία) που είναι σταθερά και ικανά να νοηθούν ανεξαρτήτως κοινωνίας ή πολιτισμού, απουσιάζουν γενικότεροι όροι όπως η «σύγκρουση» που το εύρος της την θέτει εκτός του ορισμού του πολέμου. Επισημαίνει  επίσης ότι όποτε ο Clausewitz μιλά για πόλεμο δεν λησμονεί το στοιχείο της αχαλίνωτης ωμότητας που συνιστά την αυθεντική αρχή του πολέμου.

Στην αμιγή μορφή του ο πόλεμος επιτείνει την άσκηση βίας στο έσχατο όριο αν αυτό είναι απαραίτητο για την επικράτηση. Ο αμιγής πόλεμος δεν είναι μια θεωρητική σύλληψη. Είναι ο πόλεμος στην καθαρή μορφή του όπως ιστορικά μόνο σε  πρωτόγονες εποχές έχει λειτουργήσει. Τότε ο πόλεμος συμπυκνώνονταν σε μία μάχη χωρίς επιζώντες από τη μεριά του ηττημένου.  Ο μετριασμός της βίας που παρατηρείται στους πολέμους σε κατάσταση πολιτισμού δεν είναι αποτέλεσμα ανθρωπισμού ή ηθικής, αλλά οφείλεται:

  • Σε πρακτική αδυναμία να συμπυκνωθεί η εκφόρτιση της βίας σε ένα σημείο του χρόνου και του χώρου λόγω του μεγέθους των κρατών, των λαών και των στρατευμάτων σε εποχές πολιτισμού καθώς και στην ευρεία τοπική διασπορά τους.
  • Στην οργάνωση, προετοιμασία και ικανότητα  των πολιτισμένων λαών να σχεδιάζουν και να ενεργούν μακροπρόθεσμα.
  • Σε διαφορισμό της βούλησης των ομάδων μέσα στις πολιτισμένες κοινωνίες. «Ο πολιτισμός δημιουργεί μέσα σε ένα κράτος ετερογενείς έλλογους φορείς που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κάνουν το ίδιο πράγμα…»
  • Σε πάγιες ανθρώπινες αδυναμίες που υπάρχουν ανεξαρτήτως πολιτισμού όπως ο φόβος

Το οποίο σημαίνει ότι σε συνθήκες όπου

  • Γίνεται η σύγκρουση
  • από ομάδες που αποδέχονται τον πόλεμο
  • Και ο φόβος έχει προσωρινά ή μόνιμα (λόγω υπερβάλλουσας ισχύος)  παραμεριστεί,

Τότε έχουμε πόλεμο στην άγρια καθαρότητά του.

Μπροστά στην ανάγκη να είναι κανείς αποτελεσματικός, ή, ακόμα περισσότερο, μπροστά στην εφιαλτική προοπτική της ήττας, η δέσμευση σε ηθικές αρχές  διεξαγωγής του πολέμου βαθμιαία αλλά ταχύτατα αλληλοκαταργείται (κάθε βιαιότητα ανοίγει τον δρόμο στον αντίπαλο να την ξεπεράσει με μία μεγαλύτερη) και δεν έχει νόημα να μιλάμε για δίκαια διεξαγωγή πολέμου.

Πώς όμως συμβιβάζεται ο φόβος με την έκθεση σε κίνδυνο που συνεπάγεται ο πόλεμος ; Σε ατομικό επίπεδο, ο Clausewitz παρατηρεί ότι η ανθρώπινη φυσιολογία είναι τέτοια που ο άνθρωπος να μην μπορεί να παραιτηθεί απο την ακραία βία, απο την άλλη μερειά να μην μπορεί να ζεί συνεχώς μέσα σε αυτή. Ριζώνει λοιπόν έτσι ένας διχασμός στον άνθρωπο που δεν μπορεί να τον ξεπεράσει η φιλοσοφική λογική.

Η πολιτική σχετίζεται με τον πόλεμο όπως ο άνθρωπος με τη βία: Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει διαρκώς μέσα στη βία αλλά δεν μπορεί και να παραιτηθεί από αυτήν. Αντίστοιχα, η «κοινωνική ένωση» των ανθρώπων δεν μπορεί να διατηρηθεί σε κατάσταση διαρκούς και καθολικής βίας, όμως η δομή και η λειτουργία της γεννά αναγκαστικά τη βία από καιρού εις καιρό. Κοινός παρανομαστής όλων των πολέμων είναι η πολιτική επικοινωνία κυβερνήσεων και λαών. Κατά τον Clausewitz η πολιτική δεν μετριάζει τη βία του πολέμου, γεννά και καθοδηγεί τον πόλεμο γιατί μόνο έτσι μπορεί να υποτάξει τον πόλεμο στους σκοπούς της. Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, και όχι η αιφνίδια διακοπή της πολιτικής επικοινωνίας. Με αυτή την έννοια, η ειρήνη δεν είναι το αντίθετο του πολέμου, αν ήταν έτσι μια ειρήνη δεν θα μπορούσε να γεννήσει έναν πόλεμο, όμως η ειρήνη μπορεί θαυμάσια να προετοιμάζει έναν πόλεμο (αυτό ακριβώς προσπαθεί να εξοβελίσει ο Κάντ με τον  πρώτο και τον τρίτο όρο της αιώνιας ειρήνης). Αντίθετα, και ο πόλεμος και η ειρήνη είναι μέρος του όλου, της πολιτικής, που χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις και σε ειρηνικές και σε εμπόλεμες καταστάσεις.

Και τι δημιουργεί τις συγκρούσεις μέσα σε μία κοινωνική ένωση ;  Ο Clausewitz δεν έχει αμφιβολίες:  “Η επιδίωξη ισχύος, η οποία διαποτίζει την πολιτική επικοινωνία.” 

Η μόνη διαφορά πολέμου και ειρήνης είναι ότι στον πόλεμο έχουμε χρήση βίας.  Σε αυτή την προοπτική γίνεται κατανοητή και μια παρατήρηση του Clausewitz που από πολλούς θεωρήθηκε παραδοξολογία, ότι, δηλαδή, τον πόλεμο τον αρχίζει ο αμυνόμενος, διότι ο επιτιθέμενος θα επιθυμούσε να κατακτήσει κάτι αμαχητί. (βλ. τον διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο). Στην ίδια προοπτική γίνεται κατανοητή και η θέση των  Μάρξ και Έγκελς, ότι η ειρήνη δεν είναι αυτοσκοπός, διότι η ειρήνη, καθώς και ο πόλεμος, εξυπηρετεί κάποια σκοπιμότητα.

Μία τελευταία άποψη του Clausewitz που θέλουμε να αναφέρουμε είναι η διάκριση μεταξύ αντικειμενικής και υποκειμενικής λειτουργίας του πολέμου. Η διάκριση αυτή έχει ευθεία σχέση με τον προβληματισμό που τέθηκε στην παρέκβασή μας σχετικά με την δυνατότητα στοιχειοθέτησης του «δίκαιου πολέμου»

Πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην αντικειμενική λειτουργία του πολέμου και των  υποκειμενικών προθέσεων των εμπολέμων. Μόνο στη δεύτερη περίπτωση έχει νόημα η διάκριση μεταξύ δίκαιων και άδικων πολέμων.

Ο Clausewitz με τη συστηματική μελέτη ιστορικών παραδειγμάτων έχει καταδείξει την υπεροχή της αντικειμενικής σε σχέση με την υποκειμενική πολιτική σε έναν πόλεμο. Έχει δηλαδή δείξει ότι ο τρόπος διεξαγωγής και η εξέλιξη ενός πολέμου επηρεάζεται από αντικειμενικούς παράγοντες (π.χ. οργάνωση και δυναμική της κοινωνίας, ) πολύ περισσότερο από υποκειμενικούς, τις προθέσεις δηλαδή όσων λαμβάνουν αποφάσεις σε έναν πόλεμο, π.χ. της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο πόλεμος μεταξύ Πρωσίας και Αυστρίας, όπου παρά τον ξεκάθαρο σκοπό του Μεγάλου Φρειδερίκου, η νίκη του επί των Αυστριακών δεν μπόρεσε να  οδηγήσει παρά σε περιορισμένα οφέλη για την Πρωσία εξ αιτίας της αδράνειας που οι αντικειμενικές συνθήκες επέβαλαν.

Κατά τους Μάρξ και Έγκελς δεν έχει νόημα να μιλάμε για δίκαιη διεξαγωγή πολέμου διότι κατά τη διάρκεια του πολέμου η βία υποκαθιστά κάθε έννοια δικαίου. (Για αυτό και δεν πρόκειται να βρούμε δίκαια διεξαγωγή πολέμου στην ιστορία εκτός ίσως κι αν κάποιος από τους εμπόλεμους δεν είχε λόγους να είναι αποτελεσματικός.)

Έχει νόημα να μιλάμε μόνο για δίκαιο σκοπό και ο μόνος δίκαιος σκοπός στην ιστορία έχει υπάρξει ο πόλεμος υπόδουλων (τάξεων ή εθνών) ενάντια στους καταπιεστές τους.

Σε καμία περίπτωση ο δίκαιος πόλεμος δεν ταυτίζεται με τον αμυντικό πόλεμο καθώς ο καταπιεζόμενος μπορεί για διάφορους λόγους να επιλέξει επιθετική στρατηγική. Δεν έχει π.χ. καμία σημασία αν ο Σπάρτακος επέλεξε επιθετική στρατηγική κατά της Ρώμης ως προς το δίκαιο του αγώνα του. Με τη λογική αυτή κάθε πόλεμος που εξελίσσει την κοινωνία με το πέρασμα από τη δουλεία στη Φεουδαρχία, από εκεί στην άνοδο της αστικής τάξης και τον Καπιταλισμό και στην συνέχεια, προοπτικά, στην επικράτηση της εργατικής τάξης και τον Κομμουνισμό, είναι δίκαιος πόλεμος.

Έτσι, αντί να κοιτάμε μηχανικά ποιός επιτέθηκε πρώτος ή  ποιός εισέβαλε στη χώρα του άλλου πρέπει να κοιτάμε την ουσία που είναι τι σκοπούς έχει κάθε πόλεμος και ποιές τάξεις τον διεξάγουν.

Επίσης, από ειρωνική έως χλευαστική είναι η αντιμετώπιση τόσο του  Clausewitz όσο και των Μάρξ, Έγκελς, Λένιν της πλασματικής κατασκευής ότι υπάρχουν και εφαρμόζονται κανόνες διεθνούς δικαίου, οι οποίοι ξεχωρίζουν καθαρά εμπόλεμους από ουδέτερους, και επιβάλλουν δεσμευτικά καθήκοντα και υποχρεώσεις στους μεν και τους δε. Ο Λένιν λεει ότι αν κατά καιρούς δημιουργήθηκαν τέτοιες κατασκευές, π.χ. στην Ευρώπη λόγω της σχετικά παρατεταμένης ειρήνης, όπως προ του 1914, αυτό οφειλόταν στη μετατόπιση του θεάτρου του πολέμου στις αποικίες  όπου εκατομμύρια εξοντώθηκαν σε πολέμους που ποτέ δεν κηρύχθηκαν καν επίσημα, χωρίς αυτό να αλλάζει σε τίποτα την ουσία των πραγμάτων. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει περίπτωση ειρηνικού διακανονισμού ουσιαστικών αντιθέσεων.

Σχετικά με την πιθανότητα να εξαλειφθούν μελλοντικά οι πόλεμοι, υπάρχουν οι εξής απόψεις:

  • Ο πόλεμος δεν πρόκειται να εξαλειφθεί γιατί είναι ανθρωπολογικά θεμελιωμένος. Τέτοια είναι όπως είδαμε η άποψη του Clausewitz.
  • Ο πόλεμος θα μπορούσε να εξαλειφθεί αν πάψουν να υπάρχουν οι αιτίες που τον προκαλούν και σαν τέτοια αιτία έχει κυρίως προβληθεί ο οικονομικός ανταγωνισμός.  Εδώ υπάρχουν δύο παραλλαγές. Αυτές που ο Π. Κονδύλης ονομάζει αντίστοιχα φιλελεύθερη και σοσιαλιστική ουτοπία:

Η σύγχρονη δυτική θεωρία ισχυρίζεται ότι η συνεχής επέκταση και η πυκνότερη διαπλοκή των οικονομιών, αλλά και η επικέντρωση της κοινωνικής ζωής στην οικονομική δραστηριότητα, θα δημιουργήσει μία ενιαία παγκόσμια κοινωνία μέσα στην οποία θα εκλείψουν  βαθμιαία οι αιτίες των πολέμων.

Αυτό θυμίζει έντονα την άλλη ουτοπία, την μαρξιστική, όπου σύμφωνα με το κομμουνιστικό μανιφέστο η αταξική κοινωνία μόνο παγκόσμια θα μπορούσε να είναι και η παγκοσμιότητα θα ήταν δυνατή μέσα από μία παγκόσμια οικονομία.

Ο Κονδύλης παρατηρεί ότι η αταξικότητα της μαρξιστικής ουτοπίας γίνεται αντιληπτή σαν ισότητα στην απόλαυση, ενώ η αταξικότητα στην φιλελεύθερη ουτοπία σημαίνει ίσες ευκαιρίες και κινητικότητα μεταξύ των τάξεων όπου οι χθεσινοί φτωχοί είναι σημερινοί πλούσιοι και αντιστρόφως. Συμπεραίνει ότι  η μαρξιστική ουτοπία ήταν πιο ρεαλιστική από τη φιλελεύθερη, όχι διότι είχε περισσότερες πιθανότητες να πραγματοποιηθεί, αλλά γιατί έθετε λογικότερες προϋποθέσεις: όταν ο μαρξισμός μιλούσε για κατάργηση των πολέμων έβαζε σαν προϋπόθεση την κατάργηση των τάξεων εννοώντας με αυτό μία ικανοποιητική λύση του προβλήματος της κατανομής των αγαθών.  Ο σημερινός όμως φιλελεύθερος καπιταλισμός που σαν αταξικότητα αντιλαμβάνεται την ταξική κινητικότητα που απορροφά την πολιτική αντιπαράθεση, είναι «θεωρητικά έωλος και πρακτικά ιδιοτελής», διότι το πολιτικό στοιχείο υπεισέρχεται στην οικονομία ακριβώς μέσω του κοινωνικά και ψυχολογικά κεντρικού ζητήματος της κατανομής.

Κατά τη δική μας γνώμη, αν θέλουμε να μιλάμε για δίκαιο πόλεμο ένα κρίσιμος παράγοντας που πρέπει πάντα να παίρνουμε υπόψιν είναι η δυναμικότητα των αντιπάλων. Σε περίπτωση μεγάλης διαφοράς δυναμικότητας, κατά κανόνα, το δίκαιο είναι με το μέρος του ανίσχυρου γιατί αυτός αγωνίζεται απλώς για την επιβίωσή του, (φυσική, ή πολιτική, πολιτιστική κλπ) ενώ ο ισχυρός για την διεύρυνση της ισχύος του.

Εν προκειμένω, μπορεί κάποιος να ρωτήσει: Και γιατί είναι ο αγώνας για επιβίωση «δικαιότερος» από τον αγώνα για επικράτηση, τον αγώνα, δηλαδή, για πραγμάτωση του δυναμικού που η ισχύς δημιουργεί. Μια απάντηση θα ήταν ότι η ανάγκη της επιβίωσης είναι θεμελιώδης ενώ την ανάγκη της πραγμάτωσης του δυναμικού, συγκριτικά, ανάγκη  «πολυτελείας».

Το ίδιο κριτήριο, της ισχύος δηλαδή, είναι αποφασιστικό  και σχετικά με  τα δίκαια μέσα. Φυσικά πρέπει να διευκρινίσουμε ότι υπάρχουν βίαιες πράξεις που συμβαίνουν εντός του πολέμου που δεν είναι πολεμικές πράξεις. Όταν π.χ. μέσα στο χάος του πολέμου κάποιοι βιάζουν, κλέβουν  ή σκοτώνουν χωρίς καμία  προφανή σύνδεση με  την έκβαση του πολέμου, δεν μιλάμε για πολεμικές πράξεις. Κάτι τέτοιο μοιάζει με την έξαρση της εγκληματικότητας που παρατηρείται τις ώρες διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος: Κάποιοι επωφελούνται από το χάος για να κάνουν κάτι ατιμώρητα. Αυτό ενδυναμώνεται απο την τάση του ανθρώπου να προτάσσει το ένστικτο σε σχέση με τη λογική σε τέτοιες καταστάσεις, αλλά και την διαφοροποιημένη αντίληψη για την αξία της ζωής. Δεν νομίζουμε ότι μπορεί να υπεραμυνθεί κανείς τέτοιων πράξεων.   Το κριτήριο της ισχύος είναι αποφασιστικό με την εξής έννοια:  Προκειμένου να επικρατήσει κάποιος σε έναν πόλεμο πρέπει να στερήσει απο τον αντίπαλό του είτε την δυνατότητα να πολεμά, είτε την βούληση να πολεμά. Αυτό προκύπτει άμεσα απο τον ορισμό του Clausewitz: «Πόλεμος είναι πράξη βίας για να εξαναγκάσουμε τον αντίπαλο να εκτελέσει την επιθυμία μας». Αν ο αντίπαλος είναι ισχυρότερος, δεν μπορεί να πληγεί η δυνατότητά του να πολεμά, άρα μοναδική δυνατότητα είναι να πληγεί η βούλησή του να πολεμά (διότι π.χ. το αντίτιμο που θα πληρώσει είναι βαρύ). Έτσι, η αδυναμία του ανίσχυρου να πλήξει με αποτελεσματικό τρόπο ευθέως την πολεμική μηχανή του ισχυρού, τον αναγκάζει να  μεταφέρει τη βία σε οποιοδήποτε μέρος του αντιπάλου είναι ευάλωτο. Αυτοί φυσικά είναι οι άμαχοι, είναι κεντρικά συστήματα υδροδότησης, μεταφορών, κλπ. Η σφαγή αθώων επομένως, κατα τη γνώμη μας, αποτιμάται διαφορετικά αν αυτός που την διέπραξε ήταν σε θέση ισχύος και διαφορετικά αν ήταν σε θέση αδυναμίας. Να επισημάνουμε ότι όταν ο Νάγκελ μιλάει για προστασία των αμάχων έχει υπόψιν του τις αγριότητες των Αμερικανών εναντίον των αμάχων στο Βιετνάμ. Έχει δηλαδή υπόψιν του μία περίπτωση όπου η πολεμική ισχύς του ενός μέρους  έδινε τη δυνατότητα διαφορετικής διεξαγωγής του πολέμου. Ο ίδιος διακρίνει ως οριακή περίπτωση την βία εναντίον αμάχων απο μέρους του ανίσχυρου.  Η άποψη ότι στόχος σε μία πολεμική σύρραξη πρέπει να είναι αποκλειστικά η πολεμική μηχανή του αντιπάλου, παρότι δείχνει ελκυστική, παραβλέπει το γεγονός ότι ένα στράτευμα δεν είναι ένας τυφλός μηχανισμός που δρα για λογαριασμό του, αλλά ένα όργανο επιβολής κάποιων συμφερόντων εντός ενός έθνους, του οποίου η βούληση να πολεμά μπορεί να καμφθεί με χτυπήματα και σε άλλα, πλην του στρατού, τμήματά του, που επιλέγουν ή επωφελούνται ή έστω αποδέχονται παθητικά τον πόλεμο.

Το κριτήριο της δυναμικότητας των αντιπάλων προκειμένου να αποφανθούμε περί του δικαίου ενός πολέμου μπορεί να φωτιστεί και από την άποψη του Carl Schmitt, ο οποίος διακρίνει ανάμεσα σε πολέμους που επιλέγει και αναλαμβάνει ολόκληρος ο λαός εναντίον ενός πραγματικού εχθρού, και σε πολέμους που επιλέγουν κάποια μερικά συμφέροντα ερήμην του λαού. Αυτονόητα ένας κράτος κι ένας λαός που είναι σε κίνδυνο θα αναλάβουν έναν δίκαιο πόλεμο. Αν δεν είναι έτσι, τότε πίσω από την επινόηση του δίκαιου πολέμου «κρύβεται η πολιτική προσπάθεια να δοθεί η χρήση του jus belli σε άλλα χέρια και να βρεθούν κανόνες δικαιοσύνης για των οποίων το περιεχόμενο και την εφαρμογή στην εκάστοτε περίπτωση δεν αποφασίζει το κράτος αλλά ένας τρίτος, ο οποίος με τον τρόπο αυτό καθορίζει ποιός είναι ο εχθρός».

Βασική Βιβλιογραφία:

  1. ΗΘΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ – ΗΘΙΚΗ ΕΝ ΠΟΛΕΜΩ, Ελίζαμπεθ Άνσκομπ – Τόμας Νάγκελ
  2. Ειρήνη και Πόλεμος, Θεόφιλος Βέικος
  3. Θεωρία του Πολέμου, Παναγιώτης Κονδύλης
  4. Από τον 20ο στον 21ο αιώνα, Παναγιώτης Κονδύλης
  5. Ethics Killing & war, Richard Norman
Advertisements
This entry was posted in Φιλοσοφικά Άρθρα and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s