Η εξέλιξη της οικονομικής σκέψης στην κατεύθυνση της «καθαρής επιστήμης»

Η σκοπιμότητα και η διαδικασία της μετατροπής της οικονομίας από μια υπόθεση της κοινωνίας σε μια αποκλειστική υπόθεση των “ειδικών”

 

Πρέπει κατ΄αρχήν να επισημάνουμε ότι είναι άλλο πράγμα η οικονομική πράξη και οι σκέψεις γύρω από αυτήν, και άλλο η θεωρητική οικονομική σκέψη η οποία μας ενδιαφέρει εδώ. Η οικονομία σαν πράξη, υπάρχει από τότε που εμφανίστηκε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Μάλιστα είναι προϋπόθεση του πολιτισμού, καθώς, ο όποιος πολιτισμός προϋποθέτει την ομαλά επαναλαμβανόμενη κατανάλωση, άρα και έναν τρόπο παραγωγής που δεν μπορεί να είναι η απλή τροφοσυλλογή γιατί αυτή υπόκειται σε τυχαιότητα. Η οικονομική πράξη συνοδεύεται από κάποιες σκέψεις διαχείρισης.

Έτσι, ήδη το 5.300 π.χ. συναντάμε στους Σουμέριους ένα οικονομικό θεσμικό πλαίσιο, που περιλαμβάνει μέτρα και σταθμά, κι ένα νόμισμα που είχε αντίκρυσμα σε σταθερή ποσότητα σιτηρών.

Το 1.650 π.χ βρίσκουμε στους Βαβυλώνιους τον κώδικα του Χαμουραμπί που έχει νόμους για φόρους, τόκους, πρόστιμα κι ένα πλαίσιο ιδιοκτησίας.

Στην ελληνική αρχαιότητα, ο Ξενοφών στον “οικονομικό” διατυπώνει κάποιες σκέψεις οικονομικής διαχείρισης, αυτό που θα λέγαμε σήμερα “business administration”.

Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν είναι θεωρητική οικονομική σκέψη.

Η θεωρητική σκέψη ψάχνει να βρεί αιτιακές σχέσεις, να βρει γιατί συμβαίνει εκείνο που συμβαίνει, ποιοι νόμοι το διέπουν, κ.ο.κ.

Σε αυτή τη λογική, ο πρώτος που διατυπώνει θεωρητικές οικονομικές σκέψεις είναι ο Αριστοτέλης που προβληματίζεται σχετικά με την αξία των πραγμάτων. Παρατηρεί ότι πράγματα τελείως ανομοιογενή μεταξύ τους όπως π.χ. ένα κρεββάτι και 50 κιλά σιτάρι ανταλλάσσονται στην αγορά σαν να είναι ως προς κάτι συγκρίσιμα, και μάλιστα ίσα. Ως προς τι είναι συγκρίσιμα ? Ως προς την αξία. Ποιά είναι, λοιπόν, η αξία των πραγμάτων ?

Το ερώτημα αυτό θα περιμένει πολλούς αιώνες μέχρι να δοθεί μια συστηματική απάντηση.

Ωστόσο, πολύ σοφά, ο Αριστοτέλης δεν τα εξετάζει όλα αυτά στο πλαίσιο της οντολογίας, αλλά του πρακτικού λόγου, δηλαδή στο πλαίσιο της ηθικής και της πολιτικής. Ειδικότερα, τα εξετάζει στο πλαίσιο της δικαιοσύνης. Ως γνωστόν ο Αριστοτέλης διακρίνει τρία ήδη δικαιοσύνης, τη διανεμητική, τη διορθωτική, και των εμπορικών συναλλαγών, το “αντιπεπονθώς” όπως το ονομάζει. Σχετικά με αυτή την τελευταία, είναι αδιάφορη η αξία των εμπλεκομένων, (συναλλασσομένων), και πρέπει σε κάθε συναλλαγή, ίσα να ανταλλάσσονται με ίσα. Δεν θα μπορούσαν να εξετάζονται όλα αυτά έξω από το πεδίο του πρακτικού λόγου, γιατί η οικονομική συμπεριφορά είναι ανθρώπινη συμπεριφορά κι έτσι πάντα μπαίνει το ζήτημα της δεοντολογίας. Αν δηλαδή, η όποια συμπεριφορά, είναι η δέουσα με κάποια κριτήρια.

Η λογική του Αριστοτέλη συνεχίζεται και στον μεσαίωνα. Η οικονομική σκέψη παραμένει μέσα στο πεδίο της δεοντολογίας. Το βασικό οικονομικό πρόβλημα για τους σχολαστικούς είναι ο καθορισμός της “δίκαιης τιμής” (“just price”).Που σημαίνει ότι κάθε αξία πρέπει να ανταλλάσσεται με ίση αξία. Οι τιμές που συμφωνούσαν οι συντεχνίες ή που καθόριζαν οι αρχές της πόλης είχαν σκοπό να διασφαλίσουν ότι ο οικονομικά ισχυρότερος δεν πιέζει τον αντισυμβαλλόμενο στα όριά του. Αυτή είναι η βασική ιδέα στην πρώτη φάση της ανάδυσης της αστικής τάξης, όσο αυτή βρισκόταν ακόμη στα όρια της αυτόνομης πόλης και η κοινοτιστική αντίληψη ήταν ακόμη ισχυρή.

Σύντομα όμως η Ευρώπη μπαίνει στη επόμενη φάση, εκείνη των εθνικών κρατών που σαρώνουν τις αυτόνομες πόλεις. Εδώ η αστική τάξη αλλάζει χαρακτήρα. Η πιο δυναμική δραστηριότητα της αστικής τάξης είναι η εμπορική. Εμφανίζονται οι μεγάλοι έμποροι που σπάνε το φράγμα της πόλης και δραστηριοποιούνται σε εθνικό πλαίσιο αλλά και έξω από αυτό συνδυάζοντας το εμπόριο με τον πόλεμο. Είναι η περίοδος του μερκαντιλισμού.

Το βασικό οικονομικό ερώτημα αλλάζει: γίνεται, τι είναι και πως αποκτάται ο πλούτος. Δεν μιλάμε πια για τον πλούτο των ατόμων, αλλά για τον πλούτο του κράτους, έχοντας όμως υπόψιν μας ότι υπάρχει πλέον ταύτιση των συμφερόντων του κράτους και των μεγάλων εμπόρων. Όλοι οι μερκαντιλιστές οικονομολόγοι είναι είτε έμποροι οι ίδιοι, είτε κρατικοί αξιωματούχοι. Η απάντησή τους είναι ότι πλούτο φέρνει το εμπόριο. Πλούτος είναι το πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο που μεταφράζεται σε συσσωρευμένο χρυσό.

Αυτό το οικονομικό δόγμα στις αρχές του 18ου αιώνα δέχεται επιθέσεις και σιγά – σιγά υποχωρεί, χωρίς όμως ποτέ να εγκαταλειφθεί τελείως, μέχρι ακόμη και σήμερα. Το νέο οικονομικό δόγμα, η φυσιοκρατία, παρατηρεί ότι το εμπόριο, δεν δημιουργεί πλούτο, απλώς αλλάζει την κατανομή του πλούτου που κάπου αλλού δημιουργήθηκε. Ποιος, λοιπόν δημιουργεί πλούτο ? Η παραγωγή θα λέγαμε εμείς. Η παράγουσα εργασία. Ωστόσο, οι φυσιοκράτες οικονομολόγοι, παρότι κάνουν καινοτόμες παρατηρήσεις και εισηγήσεις, θα πουν ότι επειδή δημιουργός είναι μόνο ο Θεός, πλούτο δημιουργεί μόνο η φύση, με άλλα λόγια η γεωργία, την οποία δέχονταν ως τον μόνο παραγωγικό τομέα. Ο λόγος που οι φυσιοκράτες αρνούνται να αποδώσουν στην εργασία, (είτε αγροτική είναι αυτή, είτε στη βιοτεχνία), την αιτία του πλούτου, είναι κυρίως πολιτικός, καθώς πολιτικά υπερασπίζονται τη μοναρχία και την αριστοκρατία.

Οι κλασικοί οικονομολόγοι βάζουν τα πράγματα στη θέση τους λέγοντας ότι πλούτο δημιουργεί η παραγωγική εργασία. Μάλιστα, η αξία των πραγμάτων προσδιορίζεται από το ποσόν της εργασίας, (κάθε είδους άμεσης ή έμμεσης εργασίας), που χρειάστηκε για να παραχθούν. Έτσι δίνουν την πρώτη συστηματική απάντηση στο πρόβλημα της αξίας που έθεσε ο Αριστοτέλης. Εννοείται, ότι στην ιστορία των ιδεών, τίποτε δεν είναι τόσο ξαφνικό. Αυτές οι ιδέες υπάρχουν εν σπέρματι ήδη σε κάποιους μερκαντιλιστές, όμως μόλις τώρα, γίνονται ευρέως αποδεκτές.

Ωστόσο, η θέση ότι αξία δημιουργεί η εργασία έχει βαρύτατο ιδεολογικό αντίκτυπο, γιατί αυτόματα σημαίνει ότι παραγωγική είναι μόνο η εργατική τάξη ενώ οι έμποροι, οι γαιοκτήμονες, οι τραπεζίτες κλπ, ζούν παρασιτικά ιδιοποιούμενοι το πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι. Έτσι, οι κλασσικοί οικονομολόγοι αρχίζουν να παίρνουν με διάφορους τρόπους αποστάσεις, από αυτήν, ενώ κάποιοι άλλοι θα προσπαθήσουν να απεμπλέξουν την αξία από την εργασία και να τη συναρτήσουν με την χρησιμότητα ή την ωφέλεια.

Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η οικονομία όπως υπάρχει στους κλασσικούς, δεν έχει αποκοπεί ακόμη από το πεδίο του πρακτικού λόγου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Adam Smith είναι καθηγητής ηθικής φιλοσοφίας στη Γλασκόβη. Η δεοντολογία υπάρχει κάτω από την κρυφή προκείμενη ότι ο πλούτος είναι κάτι καλό για τα έθνη και τους πολίτες. Σχετίζεται αν όχι με την ευτυχία, αλλά τουλάχιστον με την υλική ευημερία των ανθρώπων.

Ωστόσο γίνεται μια μεγάλη αντιστροφή: ενώ το καλό, το αγαθό, το δίκαιο, το ηθικό, εν γένει, έχουν να κάνουν με την συμπεριφορά και τις επιλογές του κάθε ανθρώπου, τώρα το κέντρο βάρους, από ηθική άποψη, πέφτει σε έναν θεσμό: την ελεύθερη αγορά. Πριν, η εγωιστική συμπεριφορά κάποιου που μαζεύει πλούτο ήταν δύσκολο να αιτιολογηθεί. Γι΄αυτό και οι σχολαστικοί επιμένουν σε μια “δίκαιη τιμή”. Όμως η “αόρατη χείρα” του Adam Smith απενοχοποιεί πλήρως την εγωιστική συμπεριφορά κάποιου που κοιτάζει μόνο το συμφέρον του αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στους άλλους: Ο Adam Smith υποστηρίζει ότι αν ο καθένας κοιτάει αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του, η “αόρατη χείρα” προάγει το κοινό καλό με τρόπο αποτελεσματικότερο από όσο θα τα κατάφερνε ο οποιοσδήποτε ακόμη κι αν το προσπαθούσε.

Έτσι, οδηγούμαστε από δύο διαφορετικούς δρόμους σε μια αντίληψη που βάζει στο κέντρο της οικονομικής σκέψης την ελεύθερη αγορά:

  • Η ελεύθερη αγορά προάγει το συμφέρον όλων, άρα, οι οικονομικά ισχυροί δεν χρειάζεται να ανησυχούν για τις επιπτώσεις που έχει ο πλουτισμός τους στην υπόλοιπη κοινωνία, ούτε οι φτωχότεροι υπάρχει λόγος να διαμαρτύρονται γιατί σε τελική ανάλυση βγαίνουν κι αυτοί κερδισμένοι, αφού ο συνολικός πλούτος αυξάνει.

  • Οι τιμές που διαμορφώνονται σε μια ελεύθερη αγορά, εξισώνοντας την προσφορά με τη ζήτηση, συμπίπτουν με την αξία κάθε πράγματος.

Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι θα αναλάβουν να τα αποδείξουν αυτά κατά το πρότυπο της φυσικής, με μοντέλα και μαθηματικά. Η οικονομία, θα αρχίσει να εμφανίζεται όλο και περισσότερο σαν μια θετική επιστήμη. Η οικονομική ορολογία θα πλησιάζει επίσης εκείνη της φυσικής, καθώς θα μιλάμε για ισορροπίες, ελαστικότητες, καταναλωτική δύναμη, πολλαπλασιαστές, κλπ. Η μαθηματικοποίηση της οικονομικής συμπεριφοράς γίνεται με κάποιες υποθέσεις: Αν δεχτούμε ότι οι καταναλωτές είναι ορθολογικοί και μεγιστοποιούν την ωφέλειά τους, τότε στο πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας μπορούν να παρουσιαστούν σαν συναρτήσεις ωφέλειας. Αντίστοιχα, υποθέτουμε ότι οι επιχειρήσεις μεγιστοποιούν τα κέρδη τους σε διάφορα περιβάλλοντα αγορών. Στη συνέχεια, απλώς λύνουμε εξισώσεις για να προσδιορίσουμε, για παράδειγμα, τις τιμές και τις ποσότητες κάθε αγαθού που θα παραχθούν. Με τον τρόπο αυτό, οι οικονομικές αποφάσεις αυτονομούνται από την κοινωνία, και λαμβάνονται από την “αγορά”.

Η οικονομική σκέψη, σε κάθε τόπο κι εποχή, γυρίζει γύρω από κάποια βασικά προβλήματα: Τι θέλουμε να παραχθεί ? Με ποιόν τρόπο ? Σε τι αναλογίες θα ανταλλαχθούν τα παραχθέντα προϊόντα ? πως θα κατανεμηθεί η παραγωγή στην κοινωνία ?

Ορθά μπορεί να παρατηρήσει κάποιος ότι δεν υπάρχει κανείς “ειδικός” για να απαντήσει αυτά τα ερωτήματα. Δεν υπάρχει ειδικός για να μας πει αν πρέπει να κατασκευάσουμε γέφυρα ή σχολείο. Αντίθετα, από τη στιγμή που θα αποφασίσουμε να κατασκευάσουμε μια γέφυρα, μόνο ένας ειδικός, ο μηχανικός, θα μας πει πως να το κάνουμε. Αντίστοιχα, δεν υπάρχει ειδικός που να μας πει πόσο πρέπει να είναι ο μισθός ενός εργαζόμενου, ή πόσες ώρες τη βδομάδα πρέπει να εργάζεται κάποιος. Αυτά είναι αποφάσεις που πρέπει να πάρει, με κάποιον τρόπο, η κοινωνία. Όμως οι οικονομικά ισχυρότεροι καταλαβαίνουν τον κίνδυνο ότι αν η απόφαση αφεθεί στην κοινωνία, μπορεί να οδηγηθούμε σε εξισωτικά αποτελέσματα. Έτσι, προτιμούν να μεταφερθούν οι αποφάσεις στην “αγορά”. Η αγορά είναι ένα ειδικότερο περιβάλλον μέσα στο οποίο όσο περισσότερο πλούσιος είναι κανείς, τόσο περισσότερο μετράει η γνώμη του σχετικά με τα βασικά οικονομικά ζητήματα που αναφέραμε: τι, πως και για ποιόν θα παραχθεί.

Το επιχείρημα για να δεχτούν όλοι να μεταφερθούν οι αποφάσεις αυτές στην αγορά, δεν είναι άλλο από την “αόρατη χείρα”. Το επιχείρημα αυτό πλέον επιδέχεται μαθηματική απόδειξη και λέει ότι μια αγορά χωρίς κρατική παρέμβαση, χωρίς φόρους, χωρίς συλλογικές συμβάσεις, χωρίς κλειστά επαγγέλματα, με ανοιχτό διεθνές εμπόριο, κλπ όχι μόνο μεγιστοποιεί την κοινωνική ευημερία, (νοούμενη φυσικά με συγκεκριμένο τρόπο), αλλά συνδυάζεται με τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Νομίζουμε ότι το ποιος κερδίζει από μια τέτοιου είδους “επιστημονική” εξέλιξη της οικονομικής σκέψης όχι μόνο είναι φανερό, αλλά και εξηγεί γιατί οδηγήθηκαν εκεί τα πράγματα.

Ωστόσο, η οικονομία, ως επιστήμη, γίνεται εύκολος στόχος όταν προσπαθεί να εμφανιστεί ως φυσική, και βασικοί λόγοι είναι οι εξής:

  • Αντίθετα από την άψυχη και άβουλη ύλη της φυσικής, η πρώτη ύλη της οικονομίας, δηλαδή ο άνθρωπος, είναι απρόβλεπτος γιατί ενεργεί κάτω από την επίδραση πολλών παραγόντων. Ένα ρόλο παίζει βεβαίως το συμφέρον του, αλλά δεν είναι απαραίτητο ότι το αντιλαμβάνεται με τον “ορθολογισμό” που προβλέπει η θεωρία. Όμως ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά παίζουν και οι αξίες, η παράδοση, η πολιτική θέση, το πολιτισμικό προφίλ, κι ακόμη οι φόβοι και άλλες ψυχολογικές παράμετροι.

  • Τα οικονομικά φαινόμενα είναι εξαιρετικά περίπλοκα σε σχέση με τα φαινόμενα που εξετάζει η φυσική ή η βιολογία. Έτσι, οι προβλέψεις είναι περίπου αδύνατες και οι οικονομικές θεωρίες μη διαψεύσιμες.

  • Είναι αδύνατη η ξεκάθαρη διάκριση δεοντολογικής και θετικής οικονομικής. Σε σχέση με τις πρωταρχικές κατηγορίες της Αλήθειας, του Αγαθού και του Ωραίου, η οικονομική σκέψη εντάσσεται πολύ περισσότερο στην αναζήτηση του συλλογικού Αγαθού και ελάχιστα στην αναζήτηση της Αλήθειας, όπως συμβαίνει με τις θετικές επιστήμες.

Ωστόσο, η πορεία της οικονομικής σκέψης στην κατεύθυνση της θετικής επιστήμης δεν ολοκληρώνεται με τη σύλληψη και τη μελέτη του εργαστηριακού περιβάλλοντος της “ελεύθερης αγοράς” όπου αλληλεπιδρούν ανεξάρτητα άτομα. Προβλήματα όπως του θεσμικού πλαισίου, της ανάπτυξης, του χρήματος, κλπ είναι θέματα που δεν ρυθμίζονται από την αγορά.

Εδώ, μπαίνουν, (υποτίθεται αντικειμενικά, στην ουσία ερήμην της κοινωνίας), κάποιοι στόχοι όπως είναι η σταθερότητα των τιμών, η υγεία του τραπεζικού συστήματος, η ανάπτυξη, κλπ, για την επίτευξη των οποίων έχουν λόγο οι “ειδικοί”. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την πλήρη αυτονόμηση της οικονομίας από την κοινωνία και τις ανάγκες της:

  • Οι ειδικοί «ξέρουν» πως θα επιτευχθεί η ανάπτυξη άρα δεν πέφτει λόγος στους πολίτες.

  • Ο προϋπολογισμός, (θεωρητικά και πολύ έμμεσα), ήταν υπό λαϊκό έλεγχο, αφού τον καταρτίζει, υποτίθεται, μια εκλεγμένη κυβέρνηση, αλλά ακόμη κι αυτό σε συνθήκες μόνιμης «έκτακτης ανάγκης», όπως αυτή που έχει επιβληθεί σε όλον τον κόσμο λόγω της διόγκωσης των χρεών, αυτό έχει προ πολλού πάψει να ισχύει ακόμη και προσχηματικά.

  • Η νομισματική πολιτική είναι έτσι κι αλλιώς, χωρίς προσχήματα, υπόθεση του τραπεζικού τομέα.

Σε αυτές τις συνθήκες η κοινωνία γίνεται ένα εξάρτημα της οικονομίας. Αυτή η αντιστροφή φέρνει τους οικονομικά ισχυρούς σε θέση νικητών και τους ανίσχυρους σε θέση ηττημένων.

Συμπερασματικά, δεν ήταν η ανάγκη βελτίωσης που οδήγησε την εξέλιξη της οικονομικής σκέψης, αντίθετα, αυτή έγινε κάτω από την πίεση ισχυρών συμφερόντων που ήθελαν να αποκόψουν τις οικονομικές αποφάσεις από την κοινωνία και να τις δώσουν σε “ειδικούς” που θα δρούσαν για λογαριασμό των οικονομικά ισχυρών, έχοντας το περίβλημα του ουδέτερου επιστήμονα και τεχνοκράτη

Advertisements
This entry was posted in Οι πιο πρόσφατες αναρτήσεις, Οικονομικά Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

2 Responses to Η εξέλιξη της οικονομικής σκέψης στην κατεύθυνση της «καθαρής επιστήμης»

  1. Δημήτρης says:

    Εξαιρετική ανάλυση, με μια τόσο σημαντική φιλοσοφική προοπτική στα οικονομικά. Μια παρατήρηση/ερώτηση: μήπως τη θεωρία της αόρατης χείρας του Σμιθ, την έχουμε σερβιριστεί παρανοημένη; Στον ‘Πλούτο των Εθνών’ ο Σμιθ λέει πως η ‘αόρατη χείρα’ είναι ουσιαστικά η κοινή λογική των επιχειρηματιών πως παρόλο που μπορεί να τους συμφέρει βραχυπρόθεσμα το outsourcing σε άλλες χώρες, γνωρίζουν ότι η ατομική ευημερεία είναι άμεση απόρροια της ευημερίας του τομέα όπου δραστηριοποιούνται ή της κοινωνίας όπου ζουν (βλ. Smith, Adam. An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, edited by Edwin Cannan, in 2 vols. (London: W. Strahan and T. Cadell, 1776). http://oll.libertyfund.org/title/237, τόμος 2, σελ. 365). Η ‘αόρατη χείρα’ λοιπόν, είναι η λογική που κατά τα φαινόμενα πηγαίνει κόντρα στο προσωπικό συμφέρον (ενάντια στο outsourcing) αλλά έμμεσα κάνει το αντίθετο. Ο Chomsky χαρακτηρίζει αυτή τη σκέψη του Σμιθ ως ‘home bias’. (Μάλιστα, η ‘αόρατη χείρα’ αναφέρεται στο συγκεριμένο κείμενο μόνο με αυτή την έννοια. Μπορεί βέβαια να εμφανίζεται και σε άλλα κείμενα και να μην το ξέρω.) Αυτό βέβαια ούτε πείθει, ούτε αρκεί για να αλλάξει η κυρίαρχη (ουτοπική) ιδεολογία περί αυτορυθμιζόμενης αγοράς, αλλά είναι ένα ακόμα νήμα για μια αποδόμησή της. Όπως επίσης για παράδειγμα, το ότι η λογική της ισορροπίας της αγοράς δεν υπονοεί την ανάπτυξη, που πολύ εύστοχα δείχνει η ανάλυση.

    • Γειά σου Δημήτρη,
      κι ευχαριστώ για το σχόλιό σου.
      Κατ΄αρχήν έχεις δίκαιο. Το κείμενο του Adam Smith αναφέρει αυτό που λες. Συχνά όμως παρατίθεται ένα μικρότερο απόσπασμα, π.χ. μόνο το “…by directing that industry in such a manner as its produce may be of the greatest value, he intends only his own gain, and he is in this, as in many other cases, led by an invisible hand to promote an end which was no part of his intention”.
      Το κάνει π.χ. ο Gregory Mankiw, που μάλλιστα θεωρείται Κεϋνσιανός στη Μακρο-οικονομία του. Βέβαια και στο κείμενο του Smith αξίζει να προσέξουμε το “..as in many other cases”.
      Όμως, νομίζω ότι σημαντικότερο είναι όχι τι είχε στο μυαλό του ο κάθε διανοητής, αλλά το πως εκλήφθηκε και πως επηρέασε το έργο του την εποχή του.
      Παρόμοιες αντιλήψεις για αόρατη χείρα που ενορχηστρώνει τις ατομικές ενέργειες σε κοινό καλό μπορούν να ανιχνευτούν μισόν αιώνα νωρίτερα στο οντολογικό σύστημα του Leibniz. Θέλω να πω, ότι η εποχή ήταν έτοιμη να παράξει και να υιοθετήσει αυτή την αντίληψη όπου κι αν την εύρισκε

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s