ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

Διάβασα πρόσφατα ένα μικρό βιβλίο με τίτλο “Μεταφυσική” της Nayla Faruki, εκδόσεις Π.Τραυλός – Ε. Κωσταράκη. Πρόκειται για μια εκλαϊκευτική προσπάθεια αποκατάστασης της μεταφυσικής που ίσως έχει ενδιαφέρον ειδικά για τους έχοντες μικρή ή και καθόλου σχέση με τη φιλοσοφία, μιας και διατρέχει επιγραμματικά σχεδόν όλη την ιστορία της. Αυτό συμβαίνει γιατί, αντίθετα με ό,τι έχουμε συνηθίσει, ο όρος “μεταφυσική” σε αυτό το βιβλίο εννοείται με πολύ ευρύ τρόπο, ως ο,τιδήποτε πέραν της “επιστήμης”. Άρα, ερωτήσεις του τύπου: τι γινόμαστε όταν πεθαίνουμε, γιατί υπάρχει ο κόσμος, γιατί κάτι είναι καλό ή κακό, κλπ οδηγούν σε μεταφυσικές τοποθετήσεις ανεξαρτήτως της απάντησης που θα δώσουμε.

Μια ορισμένη εκδοχή του όρου μεταφυσική δίνεται σε κάποιο σημείο του βιβλίου:

Για χιλιετίες η μεταφυσική αποτελούσε έναν “αριστοκρατικό” γνωστικό τομέα, που κατά τον Αριστοτέλη, επέτρεπε τη γνώση των βασικών αρχών από τις οποίες απορρέουν όλοι οι άλλοι γνωστικοί τομείς

Στις πιο κάτω γραμμές, παραθέτω ο,τι μου φάνηκε άξιο να περιληφθεί σε μια σύνοψη

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

 

Σε κάποια φάση της εξέλιξης εμφανίστηκε κάποιο ον, (ο άνθρωπος), που έθετε στον εαυτό του ερωτήματα, και μάλιστα είχε συνείδηση αυτών των ερωτημάτων.

Ο άνθρωπος δεν ξέρει τι είναι αλήθεια, ούτε πως θα τη βρει. Κατασκευάζει λοιπόν κάποια συστήματα που για ορισμένο χρονικό διάστημα, καμιά φορά για αιώνες, ή και χιλιετίες φαίνονται πειστικά. Όταν χάσει την πίστη του σε ένα δεδομένο σύστημα, κατασκευάζει κάποιο άλλο.

Μόνο η μεταφυσική θέτει με δριμύτητα το πρόβλημα του νοήματος.

Ο επιστήμονας δεν θέλει να διαλευκάνει το λόγο ύπαρξης των πραγμάτων. Απλώς ταξινομεί, περιγράφει, μελετά τον τρόπο της εξέλιξής τους κλπ.

Το πρόβλημα της ύπαρξης: μοιάζει να είναι περιττό: μπορώ να αρνούμαι την ύπαρξη ενός τραπεζιού που σκοντάφτω επάνω του ?

Ωστόσο, κάθε τι υπαρκτό, θα μπορούσε και να μην υπάρχει. Η ύπαρξη δεν φέρει από μόνη της την αναγκαιότητά της.

Να δύο ενδιαφέροντα ερωτήματα:

α) Οι αισθήσεις μας μπορεί να μας απατούν: η γη φαίνεται επίπεδη, ο ήλιος φαίνεται να κινείται όταν ανατέλλει και δύει, τα χρώματα αλλάζουν, κλπ. Η σχετικότητα λοιπόν του φαινομενικού / αντιληπτού κόσμου μας σπρώχνει να ψάξουμε τι υπάρχει πίσω από αυτόν. Μήπως υπάρχει ένας κόσμος”πραγματικός” ?

β) Τα “αντικείμενα” έννοιες, ιδέες που έχουμε στο κεφάλι μας, είναι υπαρκτά ? Έχουν δηλαδή τα ίδια οντολογικά χαρακτηριστικά με τα, δια των αισθήσεων, αντιληπτά αντικείμενα ? Ο τέλειος κύκλος για παράδειγμα, που δεν ανιχνεύεται στον πραγματικό κόσμο, είναι απλώς μια κατασκευή του μυαλού μας ?

Ο Πλάτωνας είπε ότι ο κόσμος των εννοιών δεν είναι απλώς μια κατασκευή, αλλά ένας υπαρκτός κόσμος, μάλιστα είναι ο όντως πραγματικός κόσμος.

Τα μεταφυσικά ερωτήματα δεν είναι μια καταχρηστική εκτροπή του γλωσσικού ιδιώματος όπως θεωρούσε ο Wittgenstein και οι νεοθετικιστές. Τα μεταφυσικά ερωτήματα έχουν νόημα !!!

Αν παραδεχόμαστε την ύπαρξη όσων γίνονται αντιληπτά, όπως, του κόσμου, των ανθρώπων, ή και των αφηρημένων εννοιών, μπαίνουν 3 ερωτήματα

  • Σχετικά με την προέλευση: Από πού προέρχεται κάτι ?

  • Σχετικά με τη φύση: Τι είναι ?

  • Σχετικά με τον τελικό σκοπό: Γιατί υπάρχει ? (τυχαία, ή αναγκαία, με “τυφλό ντετερμινισμό”) ?

Για ποιο λόγο, ρωτάει ο Heidegger, υπάρχει “κάτι” και όχι “τίποτε” ?

Μια σκέψη σχετικά με την ύπαρξη, (που φαίνεται παράδοξη), είναι του Παρμενίδη: Αν κάτι υπάρχει, υπάρχει. Το ον, δηλαδή, υπάρχει. Σημασία έχει το αντίθετό του: Το μη-ον δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει το “τίποτα”. Άρα, η ύπαρξη είναι μια αναγκαιότητα. Αυτό είναι μια “ξερή” απάντηση στο 3ο ερώτημα. Η υπόθεση της “μη ύπαρξης” σύμφωνα με αυτή τη λογική αποτελεί αντίφαση.

Στο ερώτημα της προέλευσης μπορεί να δοθεί μια καταπληκτική απάντηση:

Εν αρχή των πάντων, ην… εγώ. Που σημαίνει ότι η γνώση δεν έχει ως αφετηρία τον εξωτερικό κόσμο αλλά το υποκείμενο της γνώσης. Γίνεται δηλαδή μια τεράστια αντιστροφή, (με τον Καρτέσιο).

Όπως ο Αρχιμήδης αναζητούσε ένα σταθερό σημείο για να στηρίξει τον μοχλό που θα κινούσε τη γη, έτσι και ο Καρτέσιος βρήκε για πρώτη φορά το σταθερό αυτό σημείο όχι στον φυσικό κόσμο, αλλά στο “εγώ”, στο υποκείμενο. Κανένας αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος δεν θα θεμελίωνε ένα οντολογικό σύστημα στον εαυτό του.

Υπάρχουν, λοιπόν, χοντρικά δύο φιλοσοφικές παραδόσεις: Εκείνες που σύμφωνα με τη κλασική παράδοση δομούν την μεταφυσική γνώση επάνω στο ζήτημα του “Είναι”, και οι άλλες που είναι πιο υποκειμενικές / υπαρξιακές και την δομούν στη δυνατότητα γνώσης του “Εγώ”, δηλαδή του υποκειμένου.

Στις πρώτες ανήκει ο Berkeley, ο Spinoza, ο Hegel, κλπ στις δεύτερες ο Hume, ο Kant, ο Camus, κλπ

Είναι ζήτημα των πνευματικών προϋποθέσεων του καθενός το αν θέλει να προσεγγίσει το οντολογικό ζήτημα με τρόπο εξωστρεφή, (δηλαδή πέριξ του ΕΙΝΑΙ), ή με ενδοστρεφή τρόπο, (δηλαδή πέριξ της ύπαρξής μας και την προβολή της στον εξωτερικό κόσμο).

Είτε επιλέξουμε τον εξωστρεφή δρόμο του ΕΙΝΑΙ, είτε τον πιο εσωτερικό δρόμο του ΕΓΩ, ο προβληματισμός πολλαπλασιάζεται, (το ένα ερώτημα γεννά το επόμενο), συναντά την επιστήμη και επιστρέφει στη μεταφυσική. Οι δύο δρόμοι, λοιπόν, ξεδιπλώνονται προς αντίθετες κατευθύνσεις, αλλά παρουσιάζουν αναλογίες.

Αν πάρουμε το δρόμο που ξεκινάει από το “εγώ”, του Καρτέσιου δηλαδή, μπαίνει πολύ ισχυρά το ζήτημα της συνείδησης και μάλιστα σε δύο επίπεδα:

α) Το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να δημιουργεί σύμβολα: αναπαριστά πράγματα διαμέσου σημείων. Το πλουσιότερο σύστημα συμβόλων είναι η γλώσσα.

Όταν επιλέγουμε μια λέξη, εννοούμε ένα αντικείμενο που είτε αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, πχ μολύβι, είτε με τη διάνοιά μας, πχ ελευθερία. Η επιλογή της λέξης είναι αυθαίρετη, θα μπορούσαμε να λέγαμε και pencil, όμως ο συσχετισμός του αντικειμένου με τη λογική, (τι είναι, τι σχέση έχει με άλλα πράγματα, σε τι χρησιμεύει, κλπ), δεν είναι αυθαίρετος και είναι ανεξάρτητος από το σημείο – σύμβολο, (λέξη). Όμως το ότι βρήκα μια λέξη για να εκφράσω μια έννοια προϋποθέτει ότι την έχω συνειδητοποιήσει, αλλιώς δεν θα μπορούσα να την κατονομάσω. Αυτό είναι ένα 1ο επίπεδο συνείδησης

β) Όμως το γλωσσικό ιδίωμα μας επιτρέπει μια συνείδηση 2ου βαθμού. Να προχωρήσουμε πέρα από τις έννοιες στο στοχασμό. Να επινοήσουμε νέες λέξεις, νέες έννοιες αλλά και σχέσεις μεταξύ τους. Η γλώσσα επομένως εκτός από ένα εργαλείο επικοινωνίας, (πράγμα που συμβαίνει και στα ζώα), ειδικά στον άνθρωπο, είναι κι ένα εργαλείο δημιουργικότητας. Δίνει τη δυνατότητα της αυτοαναφοράς. Έτσι μπορούμε να θέσουμε το πρόβλημα της ίδιας της ύπαρξης, της “συνείδησης της συνείδησης” πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη γλώσσα.

Το ζήτημα της συνείδησης δεν προσεγγίζεται επιστημονικά. Δεν μπορούμε να πούμε αν υπάρχει ή δεν υπάρχει η συνείδηση με τους χωροχρονικούς όρους της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας. Για παράδειγμα, που ανιχνεύεται ? Στο μυαλό, στους νευρώνες, σε χημικές ουσίες κλπ

ΟΙ ΑΛΛΟΙ: Πάμε όμως στο σημαντικότερο: δεν υπάρχει γλωσσικό ιδίωμα χωρίς τους άλλους. Άρα, ούτε συνείδηση. Το γλωσσικό ιδίωμα είναι μια σχέση με τους άλλους – δεν υπάρχει χωρίς αυτούς. Άρα, χωρίς αυτό ο άνθρωπος είναι ένα ον χωρίς μεταφυσική συνείδηση, χωρίς δηλαδή τη δυνατότητα να σκεφτεί την ίδια του την ύπαρξη. Η ύπαρξη και η συνείδηση προσδιορίζονται κατ΄αντιδιαστολή με την ύπαρξη των άλλων.

Αυτό μας οδηγεί στον εξής μεταφυσικό δρόμο:

  • Πρωταρχική ύπαρξη είναι το σκεπτόμενο “εγώ”

  • Το εγώ όμως αυτό δεν μπορεί να υπάρξει, δηλαδή δεν μπορεί ούτε να συνειδητοποιήσει την ύπαρξή του ούτε να σκεφτεί χωρίς γλωσσικό ιδίωμα

  • Το γλωσσικό ιδίωμα προϋποθέτει “τους άλλους”.

  • Άρα, το “εγώ” και “οι άλλοι” ανήκουν στην ίδια οντολογική τάξη. Αν “υπάρχω” αυτό συμβαίνει επειδή είμαι σε θέση να δημιουργώ δεσμούς με τους άλλους.

  • Άρα, η κοινότητα δεν είναι άθροισμα ατομικών “εγώ”.

  • Το άτομο “δεν υπάρχει” χωρίς τη θέση που κατέχει σε μια ομάδα.

Τα ανώτερα θηλαστικά μπορούν να έχουν βιολογικές, ιεραρχικές ή αισθηματικές σχέσεις, όμως μόνο ο άνθρωπος μέσω του γλωσσικού ιδιώματος είναι ικανός να συνάπτει σχέσεις που πάνε πέρα από αυτά, που μπορεί να συνάπτει δεσμούς συμβολικούς, συμβατικούς, νομικούς, πολιτικούς ή οικονομικούς.

Υπάρχει ένα πελώριο μεταφυσικό χάος ανάμεσα σε μια βασίλισσα μελισσών και σε έναν πρόεδρο δημοκρατίας.

Η συνείδηση της ύπαρξης, (και η ύπαρξη της συνείδησης), περνάν μέσα από το γλωσσικό ιδίωμα, που με τη σειρά του προϋποθέτει τη σχέση με άλλους, μας οδηγεί στο κοινωνικό επίπεδο. Αναγκαστικά πρέπει να ασχοληθούμε με τα περίπλοκα εποικοδομήματα του κοινωνικού: νομικά, πολιτικά, επιστημονικά, οικονομικά, κλπ, που με τη σειρά τους διαμορφώνουν τη συνείδηση. Έτσι κλείνει ο κύκλος

Θεωρούμε ότι μόνο ο ανθρώπινος νους μπορεί να φαντάζεται και να προβλέπει το μέλλον, να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα, κλπ. Αυτό έχει μια τρομερή συνέπεια: γνωρίζουμε ότι θα πεθάνουμε. Το τελετουργικό, η ταφή, τα περίπλοκα συστήματα συμβολικών δομών, ακόμη και σε πρωτόγονες κοινωνίες, γύρω από το θάνατο δείχνουν τη σπουδαιότητα αυτής της συνειδητοποίησης.

Κατά μία έννοια η ζωή αποκτά νόημα μόνο χάρις στον θάνατο.

Αν ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε μπαίνει αναπόφευκτα το ζήτημα του επέκεινα.

Η ατομική συνείδηση δυσκολεύεται να συλλάβει την ιδέα του τέλους της όσο και την πιθανότητα της μη-ύπαρξής της.

Είναι άραγε η ψυχή μας αθάνατη ?

Η ύπαρξη της ψυχής είναι μια εννοιολογική λύση στο πρόβλημα του θανάτου. Ο άνθρωπος έχει συνείδηση, κι έχει συνείδηση της συνείδησής του. Χάριν της μνήμης του έχει συνείδηση της συνοχής της ύπαρξής του στο παρελθόν και στο μέλλον. Έτσι, αποδίδει στον εαυτό του μια ψυχή, δηλαδή μια μη απτή, ουσία, αδιαίρετη και άφθαρτη, χάρη στην οποία διατηρεί την ενότητά του.

Ελευθερία, βούληση, ευθύνη

Ένας τρόπος ορισμού της ελευθερίας είναι να την αντιπαραβάλλουμε στον ντετερμινισμό.

Υπάρχουν δύο βασικές εκδοχές του ντετερμινισμού

α) η “μεταφυσική” όπου υποθέτουμε την ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης που όλα γίνονται εξαιτίας της. Η δύναμη αυτή μπορεί να είναι ο Θεός, αλλά και το πεπρωμένο, η μοίρα, κλπ. Αν είναι έτσι, τότε ο καθένας μας είναι ένα απλό ανδρείκελο. Οι κινήσεις του αντανακλούν τις ενέργειες μιας άλλης βούλησης

β) ο “επιστημονικός” ντετερμινισμός όπου υποθέτουμε ότι κάθε συμβάν στο χώρο και το χρόνο συνδέεται με κάποιο άλλο. Και σε αυτή την περίπτωση η ανθρώπινη ελευθερία είναι απατηλή. Περιορίζεται από μια αυστηρή διαδοχή φυσικών, χημικών και βιολογικών επεισοδίων.

Η έννοια της ελευθερίας είναι απλώς εμπειρική: κάθε φορά που κάνω κάτι αισθάνομαι ότι το αποφάσισα εγώ. Ένας μυθιστορηματικός ήρωας του Ζιντ πετάει χωρίς λόγο έναν τελείως άγνωστο από το τρένο για να διακηρύξει την ελευθερία του έναντι της αιτιότητας.

Όμως η έννοια της ελευθερίας ξεπερνάει κατά πολύ το να κάνουμε αυθαίρετα πράξεις χωρίς νόημα. Οι ελεύθερες πράξεις έχουν αιτίες. Ελευθερία είναι η ανάληψη ευθύνης για την αιτιότητα αυτή.

Ο Καμί πηγαίνοντας ένα βήμα πέρα από τον Ζιντ, θεωρεί ότι ακόμη κι αν οι πράξεις και τα συναισθήματά μας είναι προκαθορισμένα, μπορούμε πάντα να ακυρώσουμε αυτή την αιτιότητα με μια πράξη αυτοκτονίας. Στην περίπτωση αυτή η ελευθερία παρουσιάζεται σαν μια συνειδητή ανάληψη της ευθύνης που αρνείται οποιονδήποτε ντετερμινισμό.

Αν συνδυάσουμε τη διαπίστωση της ατομικής μας ελευθερίας με την ικανότητά μας να προβλέπουμε στο μέλλον τις επιπτώσεις των πράξεων μας, τότε η ελευθερία εμπλουτίζεται με το βαθύτερο νόημα της ευθύνης, κι επομένως της ηθικής. Η ηθική δεν έχει κανένα νόημα στο πλαίσιο οποιουδήποτε ντετερμινισμού.

Το μεγάλο ΓΙΑΤΙ

Όμως, ακόμη κι αν δεχτώ την ύπαρξή μου, την ουσία μου και την ελευθερία μου, παραμένει ένα αναπάντητο γιατί. Γιατί υπάρχουν όλα αυτά, γιατί συμβαίνει οτιδήποτε. Γιατί υπάρχει το “κάτι” και όχι το “τίποτε” ?

Γιατί είναι το ανθρώπινο είδος ανώτερο από τα βακτηρίδια και τους μικροοργανισμούς, που έχουν καταφέρει επί εκατομμύρια χρόνια α νικήσουν τους νόμους της φυσικής επιλογής ?

Γιατί υπάρχω εγώ, προσωπικά, με τις ταλαιπωρίες τις χαρές, το θάνατό μου και όχι κάποιος άλλος ?

Σε όλα αυτά η μεταφυσική έχει ένα ολόκληρο δισάκι με απαντήσεις.

Ο Πλάτωνας λέει ότι υπέρτατο νόημα της ύπαρξης είναι η σύλληψη και αναγνώριση του Αγαθού, ο Σαρτρ ότι ο καθένας μέσα από τις ενέργειές του δίνει ένα ιδιαίτερο νόημα στη ζωή του, κοκ

Τα θρησκευτικά συστήματα είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά σε αυτό το πεδίο καθώς ανάγουν την αξία της ανθρωπότητας στο Θεό χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης.

Μια άλλη προσέγγιση είναι η απόδοση εγγενούς αξίας στην ίδια την ανθρωπότητα, όπως πχ κάνει ο Καντ, για τον οποίο ο άνθρωπος είναι ο ίδιος σκοπός, όχι μέσον, (δηλαδή αρνούμαστε την απόδοση αξίας μέσω κάποιας εξωτερικής αρχής, Θεού, πνεύματος, κλπ)

Αν προσεγγίσουμε τη φιλοσοφία μέσω “σχολών” μπορούμε να πούμε ότι ο Πλάτων και ο Καντ ήταν ιδεαλιστές, ο Αριστοτέλης και ο Λοκ εμπειριστές, ο Κίρκεγκααρντ και ο Σαρτρ υπαρξιστές, κλπ. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή είναι ανιστορική. Οι φιλόσοφοι επηρεάζονται από την εποχή τους.

Τα 3 μεγάλα συμβάντα που επηρέασαν τη φιλοσοφική σκέψη ήταν

  • Η επιρροή του μονοθεϊσμού ( Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ)

  • Η επιστημονική επανάσταση της αναγέννησης

  • Οι επιστήμες του “γίγνεσθαι” του 20ου αιώνα, δηλαδή η θεωρία της εξέλιξης και ο 2ος νόμος της θερμοδυναμικής

Οι αρχαίοι Έλληνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι θέλησαν να προσδιορίσουν με λογικό τρόπο μια ύλη από την οποία προήλθε ο κόσμος. Μια ύλη που διαφοροποιείται και δίνει ποικιλομορφία αλλά εξασφαλίζει και την προφανή ή αφανή ενότητα του κόσμου. Το νερό και ο αέρας ήταν τέτοιες εμπειρικές οντότητες για τον Θαλή και τον Αναξιμένη.

Ο Αναξίμανδρος εισήγαγε μια μεταφυσική αρχή, το άπειρο.

Ο Παρμενίδης θέτει το πρόβλημα της ύπαρξης. Έτσι υποθέτει το ακίνητο και αναλλοίωτο ΕΙΝΑΙ που όμως είναι δύσκολο να εξηγήσει την κινούμενη και μεταβαλλόμενη πραγματικότητα

Ο Ηράκλειτος αντιπαραθέτει έναν συνεχή, διαλεκτικό μετασχηματισμό των αντιθέτων. Αυτό όμως το διαρκώς μεταβαλλόμενο γίγνεσθαι είναι δύσκολα αναγνωρίσιμο.

Μια σύνθεση της κίνησης του Ηρακλείτου και της ακινησίας του Παρμενίδη επιχειρούν οι ατομιστές, ή ακόμη ο Αναξαγόρας και ο Εμπεδοκλής

Ο Πλάτων υποθέτει έναν κόσμο τέλειων μορφών κι έναν φαινομενικό κόσμο που είναι σκιά του πραγματικού. Το καλύτερο παράδειγμα είναι εκείνο των μαθηματικών αντικειμένων.

Ο Αριστοτέλης δεν θεωρούσε απαραίτητη την κατασκευή ενός αφηρημένου κόσμου. Είναι ο ανθρώπινος νους που δομεί αρχές σύμφωνα με ακριβείς κατηγορίες. Οι αρχές αυτές (το Είναι, η ύλη, η ουσία, η σχέση), δομούνται με αναγκαίο τρόπο από την ανθρώπινη νόηση.

Τα φιλοσοφικά συστήματα συναντήθηκαν μοιραία με τα θρησκευτικά συστήματα όταν αυτά ξεπέρασαν το απλοϊκό στάδιο του μύθου.

Από την Περσία ήρθε η Μαζδαϊκή παράδοση και μάλιστα στη μανιχαϊκή εκδοχή της. Βάση είναι ένας πρωταρχικός δυϊσμός ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο γεμάτος διαμάχες κόσμος είναι αποτέλεσμα αυτής της πάλης. Ωστόσο, ο Μαζδαϊσμός είναι αισιόδοξος: το καλό θα νικήσει στο πλήρωμα του χρόνου.

Ο Πλωτίνος επιχείρησε να συνθέσει τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τη μανιχαϊκή διδασκαλία.

Με τον Αυγουστίνο, τον Ακινάτη, τον Ανσέλμο, τον Μαϊμονίδη, κλπ η βασική μεταφυσική έννοια είναι το θείο. Όμως δεν μιλάμε πλέον για το Θεό του Αριστοτέλη ή του Πλωτίνου, αλλά για το Θεό τον ίδιο: ένα υπερβατικό και ταυτόχρονα προσωπικό ον που είναι δημιουργός.

Τα μονοθεϊστικά συστήματα βάζουν το “εγώ” στο προσκήνιο με την εξής έννοια: το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με τη συνείδησή του, την ουσία του και τις πράξεις του και μια μέρα θα βρεθεί αντιμέτωπο με τον Θεό. Δεν πρόκειται δηλαδή για το “ανθρώπινο ον” εν γένει, αλλά για το κάθε άτομο προσωπικά. Το εγώ εισήχθη με τον Αυγουστίνο και καθιερώθηκε ως σκεπτόμενο εγώ από τον Καρτέσιο.

Ο Καρτέσιος δομεί ένα δυϊστικό σύστημα με ύλη και πνεύμα ο Σπινόζα ένα μονιστικό, ο Λάιμπνιτς λέει πως ο,τιδήποτε υπάρχει δομείται από αδιαίρετα μέρη ύλης, τις “μονάδες” που είναι ταυτόχρονα υλικές και πνευματικές και προικισμένες με διάφορους βαθμούς συνείδησης και ελευθερίας, και συναρθρώνονται χάρη στη σοφία του Θεού. (Ο Λάιμπνιτς μοιάζει να περιγράφει τον φυσικό κόσμο με μοντέλο την ανθρώπινη κοινωνία και τις μονάδες – άτομα που την απαρτίζουν).

Νέος πρωταγωνιστής είναι η ΝΟΗΣΗ από τον Καρτέσιο μέχρι τον Καντ.

Δεν λέμε “πνεύμα”, (που ανήκει στο χώρο της θρησκείας), δεν λέμε “κεφάλι”, (που ανήκει στο χώρο της καθημερινής ζωής). Νόηση είναι ο,τι παράγεται στο μυαλό ενός ανθρώπου που προσπαθεί να φτάσει στη γνώση.

Η νόηση δεν μπορεί να υποβληθεί στην κλασική επιστημονική έρευνα, (δεν τοποθετείται στο χώρο και το χρόνο), μπορεί όμως να αναλυθεί από τις διαδικασίες που ακολουθεί: ανάλυση, επαγωγή, κλπ.

Ο Καντ ενταφιάζει την κλασική μεταφυσική, ως δογματική και αυθαίρετη. Η προσπάθεια ξεκάθαρης διάκρισης μεταφυσικής – επιστήμης είναι αποτέλεσμα της γοητείας που άσκησε στον άνθρωπο του 18ου και 19ου αιώνα, αλλά και αργότερα, η επιστημονική επανάσταση. Ωστόσο, προς το τέλος του 19ου προστέθηκε ένας παράγοντας που είχε παραμεληθεί: ο παράγοντας του γίγνεσθαι και της εξέλιξης.

Χέγκελ: Το είναι για τη δράση

Η νόηση και οι κανόνες της μέχρι τον Καντ περιγράφονταν στατικά. Οι νέες επιστήμες όπως η ανθρωπολογία, (εξελικτική θεωρία), η συγκριτική γλωσσολογία, κλπ δείχνουν ότι ο κόσμος αλλάζει, και η νόηση επίσης. Ο Χέγκελ, πιστός σε μια βασική μεταφυσική αρχή που απαιτεί να αναζητείται ένα πρωταρχικό αξίωμα πάνω στο οποίο να μπορεί να θεμελιωθεί η ποικιλομορφία χωρίς να διαρρηγνύεται η ενότητα, συνδέει το ΕΙΝΑΙ

α) με μια χρονική αρχή, την ιστορία και

β) μια λογική αρχή, τη διαλεκτική.

Έτσι το ΕΙΝΑΙ, δεν είναι αναλλοίωτο, αλλά σε μια διαδικασία διαρκούς γίγνεσθαι. Το ΕΙΝΑΙ χρησιμοποιεί την ιστορία για να επιτύχει διαλεκτικά με διαδοχικές αντιθέσεις, που κορυφώνονται σε όλο και πιο περιεκτικές συνθέσεις, τη συνειδητοποίηση του εαυτού του. Ο χρόνος και μαζί του η αλλαγή και η δράση είναι στοιχεία του ΕΙΝΑΙ. Το ΕΙΝΑΙ χρησιμοποιεί τη δράση για να επιτύχει τη γνώση.

Με όλα αυτά συμβαδίζει μια νέα αντίληψη του χρόνου που εμφανίστηκε το 19ο αιώνα μέσα από 2 θεωρίες

α) της εξέλιξης των εμβίων όντων που διαπιστώνει μια προοδευτική πολυπλοκότητα των οργανισμών στην ιστορία της ζωής, και

β) ο 2ος νόμος της θερμοδυναμικής που διαπιστώνει ότι προοδευτικά μειώνεται το ποσό της ενέργειας που μπορεί να παράξει έργο.

Έτσι υπάρχει ένας

  • θετικός” χρόνος που επιτρέπει τη δημιουργία αστέρων, τη σύσταση της ύλης, την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό των έμβιων όντων, αλλά και ένας

  • “αρνητικός” χρόνος που προδικάζει το θάνατο του σύμπαντος μέσα από μια σταθεροποίηση της ενέργειας που περιέχει.

Και οι δύο αυτές διαπιστώσεις οδηγούν σε μια εικόνα προόδου, ή εξέλιξης αλλά και “τέλους της ιστορίας”.

Οι φιλόσοφοι έκτοτε δεν μπορούν να αγνοήσουν τα δεδομένα της επιστήμης. Κάποιοι, γοητευμένοι από την ένταση και τη ζωτική ορμή που χαρακτηρίζει κάθε τι ζωντανό, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της εξέλιξης, στρέφονται προς μια φιλοσοφία της βούλησης (Σοπενχάουερ, Νίτσε, κλπ).

Ο υπαρξισμός είτε του Χάιντεγκερ είτε του Σαρτρ, είναι ένας συνθετικός προβληματισμός που προσπαθεί να επανασυνδέσει το αναλλοίωτο και πρωταρχικό ΕΙΝΑΙ με το ΕΙΝΑΙ που σκέπτεται και δρα. Λόγω της σύνθεσης αυτής, ο υπαρξισμός είναι, κυρίως, ένας προβληματισμός για την ανθρώπινη υπόσταση.

Που βρίσκεται η μεταφυσική σήμερα ?

Ορισμένοι θεωρούν ότι έχει πεθάνει. Έτσι φαίνεται αν λάβουμε υπόψιν μας τον αριθμό των συγγραφέων που ασχολούνται φανερά με αυτήν. Ωστόσο, η μεταφυσική έχει ενσωματωθεί σε άλλους τομείς σκέψης, όπως για παράδειγμα στις επιστήμες της φύσης.

Από τη Μεταφυσική στην επιστήμη… μετ΄επιστροφής

Από πολλούς η μεταφυσική εμφανίζεται ως μια ημιτελής ακολουθία, “ούτε επαληθεύσιμων” – “ούτε απορρίψιμων” υποθέσεων. Η άποψη αυτή υποβάλλει την εντύπωση ότι υπάρχει μια άλλη “βέβαιη” γνώση, και ότι η μεταφυσική με κανέναν τρόπο δεν αποτελεί μέρος της.

Όμως για χιλιετίες η μεταφυσική αποτελούσε έναν “αριστοκρατικό” γνωστικό τομέα, που κατά τον Αριστοτέλη, επέτρεπε τη γνώση των βασικών αρχών από τις οποίες απορρέουν όλοι οι άλλοι γνωστικοί τομείς.

Αυτό που συνέβη είναι ότι η επιστήμη με τον Καντ πήρε μια τροπή που καλό είναι να ξανασυζητηθεί.

Μια μεγάλη ανατροπή στους νεώτερους χρόνους είναι η ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να κυριαρχήσει επάνω στη φύση, να καταστεί “Αφέντης” της.

Μέχρι τους νεώτερους χρόνους, η ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία της εκκλησίας είχε παγιώσει ένα σύστημα στο οποίο συνδυαζόταν απερίσκεπτα ο Χριστιανισμός με ορισμένα αξιώματα της αριστοτελικής επιστήμης. Το έδαφος αυτό κλονίστηκε. Η επανάσταση στη σκέψη αφορούσε τη γη και τον ουρανό.

Το ξεκίνημα έγινε από τον ουρανό. Κατά το αριστοτελικό σύστημα οι ουράνιες σφαίρες και οι τροχιές τους ήταν τέλειες και αμετακίνητες. Ο Γαλιλαίος και μετά ο Κέπλερ είδαν ότι δεν ήταν έτσι. Η γη δεν ήταν κέντρο του σύμπαντος και οι τροχιές ήταν μάλλον ελλειπτικές, και όχι “τέλειες” κυκλικές.

Μετά ήρθε η σειρά της γης με τον Bacon και τον Καρτέσιο.

Παλαιότερα, με τον Αριστοτέλη, η επιστήμη απλώς παρατηρούσε τη φύση. Όμως παρατηρούσε χωρίς τεχνικά μέσα παρατήρησης, (πχ τηλεσκόπια, θερμόμετρα, κλπ) και μετρήσεις. Όμως, μια φυσική όπως του Αριστοτέλη χωρίς μετρήσεις είναι καθαρά θεωρητική, είναι στην πραγματικότητα μια Μεταφυσική.

Με τον Bacon τον Καρτέσιο και τον Νεύτωνα, όχι μόνο παρατηρούμε αλλά πειραματιζόμαστε και μετρούμε. Βρίσκουμε ότι οι ίδιοι νόμοι που ισχύουν στη γη ισχύουν και για τα ουράνια σώματα, (πχ η βαρυτική έλξη). Φτιάχνουμε μοντέλα και μαθηματικούς τύπους. Ένας νέος ορίζοντας γνώσης προβάλλει και σε αυτόν δεν έχει θέση ο θεολογικός και ο μεταφυσικός προβληματισμός.

Όμως ο νέος αυτός χώρος, (κυρίως της φυσικής και της αστρονομίας), που μπορεί να περιγραφεί με μαθηματικούς τύπους, ήταν ένα μικρό υποσύνολο εκείνου του πολύ ευρύτερου πεδίου που αποτελούσε παλαιά την παραδοσιακή γνώση.

Σε ένα κλίμα γενικότερης αισιοδοξίας του διαφωτισμού δημιουργήθηκε η πίστη ότι με την επιστημονική μέθοδο και μόνο θα μπορούσε να επιλυθεί το σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων που εκκρεμούσαν.

O Kant εμφανώς γοητευμένος από τα επιτεύγματα της Νευτώνειας φυσικής, περιγράφει τον τρόπο της αντίληψης κάθε ανθρώπου σε απόλυτη αρμονία με το νευτώνειο σύστημα: Ένας τρισδιάστατος χώρος, ένας μονοδιάστατος χρόνος είναι τα “δοχεία” μέσα στα οποία κινείται η ύλη. Ο απόλυτος χώρος και χρόνος εντάσσονται από τον Καντ στις δομές της νόησής μας. Εντάσσει επίσης στις κατηγορίες, (κανόνες της νόησης κατά την αντίληψη και κατανόηση των φυσικών φαινομένων), κι άλλες νευτώνειες αρχές όπως η “αμοιβαία δράση μεταξύ ενεργητικού και παθητικού παράγοντα”, κλπ. Έτσι, ο Καντ “υποχρεώνει” τους ανθρώπους να αντιλαμβάνονται με τον τρόπο του Νεύτωνα.

Όμως ο Καντ δεν υποτιμά τη μεταφυσική. Ίσα – ίσα, το βασικό ερώτημα της φιλοσοφίας του είναι: μπορεί να υπάρξει η μεταφυσική ως επιστήμη ?

Γιατί όμως να θέλουμε πάση θυσία να αποτελεί η μεταφυσική επιστήμη ?

Κλειδί για να απαντήσουμε είναι ο νέος ορισμός της επιστήμης και ιδίως η αντίληψη που αυτή είχε για την “αλήθεια”. Δηλαδή μια αλήθεια αναγκαία, απόλυτη και οικουμενική. Η μεταφυσική σίγουρα δεν είναι ο δρόμος για τέτοιες “αλήθειες” καθώς οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι για αιώνες απέτυχαν να συμφωνήσουν και δόμησαν πολλά διαφορετικά μεταφυσικά συστήματα.

Η επιστημονική επανάσταση του 20ου αιώνα

Όταν ένα νέο ρεύμα συγκλόνισε το επιστημονικό πεδίο, η ιδέα μιας αλήθειας αναγκαίας και οικουμενικής δεν μπορούσε πλέον να σταθεί: Ο χώρος και ο χρόνος δεν έμοιαζαν καθόλου με τον χώρο και τον χρόνο του Νεύτωνα και του Καντ. Το 1900 ο Max Plank έδειξε ότι η ενέργεια διαδίδεται κατά “τεμαχισμένες” ποσότητες σε επίσης “τεμαχισμένο” χρόνο. Το οικοδόμημα του Νεύτωνα και του Καντ κατεδαφίστηκε.

Ένα γενικό δίδαγμα είναι ότι οι φιλόσοφοι δεν μπορούν να βασίζονται στις τρέχουσες επιστημονικές ορθοδοξίες.

Εμφανίστηκε μια καινούρια φιλοσοφία των επιστημών που επιχειρούσε να εξηγήσει τις μεταβολές της επιστημονικής θεωρίας με έννοιες όπως “επιστημονικές ρήξεις” ή “επιστημονικές επαναστάσεις” (Kuhn, Bachelard, κλπ), που σχετίζονται με τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Γενικά η νέα επιστήμη μοιάζει αρκετά με την κλασική μεταφυσική που τόσο είχε υποτιμηθεί.

Ο εκθρονισμός του Νεύτωνα στις επιστήμες ήταν σχετικά ασήμαντος μπροστά στον εκθρονισμό του Καντ στη φιλοσοφία. Κλόνισε δια παντός την πεποίθηση ότι υπάρχει μια νόηση που δεν αρκείται στον στοχασμό, αλλά που μπορεί να κατακτήσει απόλυτες αλήθειες και οικουμενικές λύσεις.

Γενικώς η δυτική διανόηση διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση με την έννοια της αλήθειας, είτε πρόκειται για τη φιλοσοφία είτε για την επιστήμη, είτε για την πολιτική, την ψυχολογία, κλπ: οποιοσδήποτε ισχυρισμός θα είναι είτε ψευδής είτε αληθής, που σημαίνει ότι ανάμεσα σε δύο θεωρίες που καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα, τουλάχιστον η μία είναι λανθασμένη, και αναγκαστικά υπάρχει κάποια που είναι ορθή.

Κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει μόνο στο ”εσωτερικό” πλαίσιο ενός δεδομένου θεωρητικού συστήματος. Αυτές οι βεβαιότητες δεν υπάρχουν αν συνεξετάζουμε δυο ή περισσότερα συστήματα ταυτοχρόνως. Χρειάζονται εξω-επιστημονικά κριτήρια για να επιλέξουμε μεταξύ τους.

Οι αρχές κάθε επιστήμης είναι μεταφυσικές.

Η ίδια η μεταφυσική δίνει σε όλους ένα καλό μάθημα λογικής ακρίβειας, φαντασίας, δημιουργικότητας, και ταπεινοφροσύνης, διότι κάθε μεταφυσική έρευνα περιέχει ταυτόχρονα την ομολογία μιας φιλόδοξης έρευνας κι ενός ταπεινού αποτελέσματος

Το ζήτημα της πραγματικότητας

Για να μπορεί να υπάρξει απόλυτη γνώση, θα πρέπει το αντικείμενό της να έχει εντελώς πραγματική υπόσταση. Όμως η υπόσταση δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί. Ο Καντ το είχε κατανοήσει αυτό σε βάθος.

Τι είναι, αλήθεια, η “πραγματικότητα” ?

Η επιστήμη με τη βοήθεια της τεχνολογίας μεταμορφώνει τον κόσμο. Η μεταφυσική δεν μπορεί να επιβάλλει άμεσες εφαρμογές στον εξωτερικό κόσμο.

Ωστόσο, τόσο οι επιστήμες όσο και η μεταφυσική βασίζονται σε θεωρητικά αντικείμενα που υποτίθεται ότι ανήκουν στην πραγματικότητα.

Δεν μιλάμε εδώ για αντικείμενα αντιληπτά όπως οι πέτρες, τα ζώα, κλπ αλλά θεωρητικά αντικείμενα όπως: ο Θεός, η ψυχή, η ελευθερία, τα κουάρκς, η καμπύλη του χωροχρόνου, το βαρυτικό πεδίο, οι δυνάμεις, η “φυσική επιλογή” του Δαρβίνου, κλπ. Όλα αυτά έχουν δύο κοινά:

α) πρόκειται για έννοιες που δημιουργήθηκαν με οντολογικούς σκοπούς, δηλαδή μπορούμε να σκεφτούμε ότι τα αντικείμενα αυτά είναι υπαρκτά

β) δεν μπορούμε να τα αντιληφθούμε εμπειρικά.

Το αν τα θεωρητικά αντικείμενα που έχουμε συλλάβει με τη νόησή μας υφίστανται, ή όχι είναι ένα μεγάλο πρόβλημα που θέτει η μεταφυσική.

Αντίληψη ή σύλληψη ?

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη και τη σύλληψη.

– Αντιλαμβανόμαστε ένα αντικείμενο από την αντίστασή του, πχ στο χέρι μας, κι επίσης, η αντίληψη αυτή είναι διϋποκειμενική. Θα μας ανησυχούσε αν αντιλαμβανόμαστε μόνο εμείς κάτι και κανείς άλλος

– Αντίθετα μπορεί να συλλαμβάνουμε ένα θεωρητικό ή αφηρημένο αντικείμενο μόνο εμείς και κανένας άλλος.

Στην ιστορία των επιστημών τέτοιες συλλήψεις που αργότερα έγιναν ορθοδοξία και θεωρήθηκαν υπαρκτά αντικείμενα (πχ. μάζα, πεδίο), για μεγάλο χρονικό διάστημα αμφισβητούντο από τους περισσότερους επιστήμονες.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε χωρίς περιστροφές ότι οι βασικές αρχές, και τα βασικά θεωρητικά αντικείμενα κάθε επιστήμης έχουν μεταφυσικά χαρακτηριστικά.

Η μεταφυσική βοηθάει την επιστήμη να “ξεκολλήσει” όταν αυτή φτάνει στα όριά της. Και μας θυμίζει ότι όπως κάθε μεταφυσικό σύστημα, έτσι και η επιστήμη, δεν μπορεί να διεκδικεί “απόλυτες αλήθειες”, παρά μόνο, (στην καλύτερη περίπτωση), εντός του εννοιολογικού συστήματος που η ίδια δομεί.

Advertisements
This entry was posted in Οι πιο πρόσφατες αναρτήσεις, Φιλοσοφικά Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

3 Responses to ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

  1. Θεώρησα περιττό να αναφέρω ότι σε κάποια σημεία του βιβλίου διαφωνώ, με πιο κραυγαλέα περίπτωση την προσέγγιση του Καντ, που όχι μόνο είναι απλοϊκή αλλά, κατά τη γνώμη μου, οι θέσεις του διαστρεβλώνονται σημαντικά

  2. giorgos says:

    καλημέρα σας , έγώ έχω στό email μου ένα μικρό βιβλίο πού ύποστηρίζει μάλλον τό άντίθετο , δηλαδή ότι τά άλυτα προβλήματα πού είναι άπαραίτητα ώστε ό άνθρωπος νά φιλοσοφή καί νά ψάχνη δέν βγαίνουν άπό τήν Μεταφυσική άλλά άπό τή Φυσική .
    Αν θέλετε μπορώ νά σάς τό στείλω .
    Γιώργος-Λευκάδα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s