Πως να καταλάβουμε τον Νίτσε ;

Με την ευκαιρία της μετάφρασης των απάντων του Νίτσε από τον Ζήση Σαρίκα, (εκδ. Πανοπτικό), έγινε χθες 3/4/2015 μια εκδήλωση, παρουσίαση – συζήτηση στην οποία μίλησαν ο ίδιος ο μεταφραστής, Ζήσης Σαρίκας, ο Βασίλης Κάλφας και ο Φώτης Τερζάκης.

Στο παρόν θα επιχειρήσω να δώσω μια περίληψη της ομιλίας του Φώτη Τερζάκη με την πεποίθηση ότι μπορεί να καθοδηγήσει τον καθένα μας στο δύσκολο εγχείρημα της κατανόησης του Νίτσε.

Ο Νίτσε μεταφράζεται ακατάπαυστα εδώ και έναν αιώνα. Μαζί με τον Σοπενχάουερ είναι οι πιο πολυμεταφρασμένοι φιλόσοφοι που μάλιστα τους διαβάζει ένα κοινό που δεν είναι αυστηρά φιλοσοφικό. Κατ΄αρχάς ο Νίτσε είναι ένας ήρωας της φιλοσοφίας όπως και ο Σωκράτης ή ο Κίρκεγκωρ, δηλαδή ένας φιλόσοφος που γοητεύει σε πρώτο επίπεδο με την βιογραφία του. Η τεράστια δημοτικότητα του Νίτσε έχει μια παράπλευρη απώλεια: ότι είναι ο πιο παρεξηγημένος φιλόσοφος που έχει υπάρξει και ο λόγος τόσο της δημοφιλίας όσο και της παρεξήγησης θα πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια τη γραφή του Νίτσε που είναι λογοτεχνική. Η λογοτεχνική γραφή του Νίτσε συνεπάγεται βεβαίως πολυσημία. Είναι αδύνατη επομένως η ερμηνευτική βεβαιότητα. Οι προτάσεις του Νίτσε δεν είναι κανονικές εννοιακές προτάσεις αλλά χειρονομίες και σαν τέτοιες πρέπει να κατανοηθούν. Ο Νίτσε αλλού εξομολογείται, αλλού επιτίθεται αλλού εύχεται, αλλού παραληρεί και πρέπει ο αναγνώστης να αποκρυπτογραφήσει τι από όλα αυτά κάνει σε κάθε σημείο ο Νίτσε και ποιόν φανταστικό παραλήπτη έχει απέναντί του. Κάθε συγγραφέας έχει ένα κλειδί που επιτρέπει την αποκρυπτογράφησή του. Ο Νίτσε χρειάζεται διαφορετικό κλειδί σε κάθε φράση του και αυτό κάνει πολύ δύσκολη την ερμηνεία του. Το ναυάγιο της κατανόησης επίκειται διαρκώς.

Γιατί όμως εξακολουθεί να μας ενδιαφέρει σήμερα ο Νίτσε ;

Θα έλεγα για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι διότι ο Νίτσε είναι η κακή συνείδηση της νεωτερικότητας. Είναι ο άνθρωπος που καταρράκωσε το αφήγημα του διαφωτισμού. Το αφήγημα αυτό θα ραγίσει για πρώτη φορά με τον Ρουσσώ, και θα σπάσει με τον Νίτσε. Ο Ρουσσώ ενώ ζούσε σε ένα κλίμα διαφωτιστικής αισιοδοξίας και πίστης στην ανθρώπινη πρόοδο που μας πηγαίνει, υποτίθεται από την αμάθεια στη γνώση, από τη δουλεία στην ελευθερία, κλπ αμφισβήτησε ότι η γνωστική και η ηθική πρόοδος συμβαδίζουν, αλλά αντιθέτως υποστήριξε ότι βαίνουν αντιστρόφως ανάλογες. Την διαπίστωση αυτή του Ρουσσώ την ανέδειξε με πολύ πιο συγκεκριμένο τρόπο ο Μαρξ. Έδειξε ότι η απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που είναι ένα στοιχείο απελευθέρωσης από τη δουλεία της ανάγκης, έχει μια αρνητική συνέπεια: την αύξηση της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης που θα πρέπει να ανατραπεί αν πρέπει να συμβαδίσουν και πάλι οι δύο πλευρές. Χρειάζεται μια χειρουργική τομή στην ιστορία και αυτή είναι η επανάσταση. Τότε μόνο θα μπορέσουν οι δύο πλευρές να ξαναβαδίσουν μαζί, (η ηθική και η γνωστική), οδηγώντας στην κοινωνία των συνεταιρισμένων παραγωγών, δηλαδή την κομμουνιστική κοινωνία. Ο Νίτσε δεν έχει την πολυτέλεια ούτε αυτής της μετριασμένης αισιοδοξίας. Θα διαβάσει όλη την πορεία της ανθρωπότητας όχι σαν πρόοδο αλλά σαν έναν διαρκή εκφυλισμό. Θα επιχειρήσει μια γενεαλογία αυτής της ανάστροφης πορείας στην οποία δίνει τρία εμβληματικά ονόματα: είναι ο Ιουδαίος ιερέας, (η φιγούρα που ενσαρκώνει την μνησικακία), ο Χριστιανός ασκητής (η φιγούρα που ενσαρκώνει την κακή συνείδηση, δηλαδή την ενοχή) και ο ιδιοτελής αστός των ημερών του, (η φιγούρα που ενσαρκώνει τον μηδενισμό). Αυτά είναι τα αλλεπάλληλα στάδια της νόσησης του πολιτισμού. Πως όμως γίνεται αυτό ;

Ο Νίτσε ξεκινάει τον στοχασμό του από τον πόνο, την οδύνη. Πως θα την καταλάβουμε και θα την χειριστούμε ; υπάρχουν δύο τρόποι: Ο τρόπος του δυνατού ανθρώπου που αντέχει την οδύνη σαν αυτό που είναι, δηλαδή ένα τυχαίο συμβάν, την ξεπερνάει και προχωρεί. Αν δεν μπορέσει τότε καταλήγει στον τρόπο του αδύνατου ανθρώπου, που είναι να κολλήσει σε αυτήν, να την μηρυκάζει και τελικά να καταλήξει να ενοχοποιήσει κάποιον άλλο. Είναι σαν να λέω: αν εγώ υποφέρω, κάποιος πρέπει να φταίει γι΄αυτό. Αυτό είναι το στάδιο της μνησικακίας κι όταν ο Νίτσε το συμβολίζει με τον Ιουδαίο ιερέα, λέει επίσης κάτι σημαντικό από την άποψη της ανθρωπολογίας, ότι ο μονοθεϊσμός πρέπει να διαβάζεται ως μια μορφή αυτής της νόσησης. Σε δεύτερο στάδιο ακολουθεί η ενοχή μου γι΄αυτή τη μνησικακία και τη στρέφω στον εαυτό μου. Αυτό το στάδιο συμβολίζεται με τον Χριστιανό ασκητή. Η “πρόοδος” από τον Ιουδαϊσμό στον Χριστιανισμό ήταν στην πραγματικότητα ένα ακόμη βήμα νόσησης. Μετά από την βασανιστική ένοχη συνείδηση φτάνουμε στην κοινωνία των ημερών μας, (του Νίτσε δηλαδή), όπου έχουμε μια παράλυση όλων των αξιών, εχθρότητα προς την ίδια τη βούληση για ζωή και αυτό για τον Νίτσε είναι ο μηδενισμός. Ο Νίτσε θα οραματιστεί κι αυτός με τον τρόπο του ένα είδος εξόδου από αυτή την οδυνηρή πορεία, ένα είδος μεσσιανικής επαγγελίας και αυτό είναι το όραμα του υπερανθρώπου, που όμως είναι πολύ παραληρηματική για να ληφθεί υπόψιν, χωρίς βεβαίως αυτό να εμποδίσει τους Ναζί να την καπηλευτούν.

Ο άμεσος κληρονόμος του Νίτσε στον 20ο αιώνα είναι ο Φρόυντ, που στο έργο του “ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας”, μας εκθέτει με τα δικά του εργαλεία μια πεσιμιστική εικόνα του πολιτισμού ως μια διαρκή πορεία εσωτερίκευσης αυτής της νόσησης.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ο Νίτσε είναι σημαντικός για εμάς είναι γιατί είναι ένας από τους τρεις “δασκάλους της υποψίας”: Μαρξ, Φρόυντ, Νίτσε. Αυτοί είναι οι τρεις άνθρωποι που μας έμαθαν να μην βλέπουμε τις ιδέες με αθωότητα, να μην τις παίρνουμε στην ονομαστική τους αξία αλλά να διαβλέπουμε τι κρύβεται πίσω τους. Ο Νίτσε αποδόμησε αυτό που λέγαμε ως τότε “ελεύθερη βούληση”, που υπονοεί την ύπαρξη ενός αυτοστοχαζόμενου, ολοκληρωτικά διαφανούς στον εαυτό του υποκειμένου, δηλαδή το καρτεσιανό cogito ή το υπερβατολογικό εγώ του Καντ, το “υποκείμενο” ως θεμέλιο της νεωτερικής σκέψης. Το να είναι κανείς μοντέρνος, και ο Νίτσε ήθελε να είναι μοντέρνος, σημαίνει να είσαι υποψιασμένος. Και αυτό φαίνεται στους δύο χαρακτηρισμούς που κάνει ο Νίτσε στους διανοούμενους: τους λέει φιλόλογους και ψυχολόγους. Ο διανοούμενος ως φιλόλογος πρέπει να είναι υποψιασμένος ως προς το τι ανήκει στη γλώσσα και τι ανήκει στα πράγματα. Τι είναι “θέσπισμα” και τι είναι “γεγονός”. Δεν πρέπει να παίρνουμε την γλώσσα και τις κατασκευές της στην ονομαστική τους αξία. Ο Νίτσε δεν είπε βέβαια αυτό που λένε ορισμένοι μεταμοντέρνοι σχετικιστές, ότι η γλώσσα και η πραγματικότητα είναι δύο παράλληλοι κόσμοι, όπως πχ πίσω από ένα βίντεο που βλέπουμε στην οθόνη ενός υπολογιστή υπάρχει μια γλώσσα – κώδικας. Η γλώσσα, κατά τον Νίτσε είναι συνδεδεμένη με τα πράγματα και η σύνδεση αυτή έγκειται στο σωματικό βάθος της γλώσσας. Δηλαδή η γλώσσα έχει σχέση με τα πράγματα, αλλά η σχέση αυτή είναι τεταμένη, δεν είναι ούτε αραγής ούτε πρόδηλη, πρέπει να ανακατασκευαστεί με πορεία μέσα από τη γλώσσα, και πίσω από τη γλώσσα. Αυτό μας οδηγεί στην αποδόμηση τόσο της αλήθειας όσο και της αξίας. Η “αλήθεια” μπαίνει πάντα σε εισαγωγικά. Μιλάμε για κατασκευασμένες αλήθειες, για κατασκευασμένα συστήματα γνώσης που κρύβουν τη διαδικασία της παραγωγής τους. Ο Μαρξ μίλησε για το ίδιο θέμα με τον όρο “ιδεολογία”, κάτι δηλαδή που συγκαλύπτει, (αλλά και γι αυτόν ακριβώς το λόγο, δια της αντιστροφής αποκαλύπτει), τη σύγκρουση συμφερόντων, τις σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας. Και είναι το ίδιο που ο Φρόυντ λέει από τη μεριά του “εκλογίκευση”: Εκλογικεύσεις είναι οι συνειδητές αυτοδικαιολογήσεις πράξεων που τα κίνητρά τους είναι βαθιά ψυχολογικά, και απρόσιτα στην άμεση συνείδηση του υποκειμένου. Οι αλήθειες του Νίτσε είναι ομόλογο της μαρξιστικής ιδεολογίας και της Φροϋδικής εκλογίκευσης.

Με τον ίδιο τρόπο ο Νίτσε θα αποδομήσει τις αξίες. Κι εδώ υπάρχει μια παρανόηση, ο Νίτσε ποτέ δεν υποστήριξε ότι ο άνθρωπος μπορεί να δράσει χωρίς αξίες, και μάλιστα ο ίδιος μιλούσε εμφατικά για μια επαναθεμελίωση των αξιών. Έχουμε όμως καταλάβει εσφαλμένα την αξία όταν την αντιλαμβανόμαστε σαν μια apriori κατηγορία, που σαν τέτοια κουβαλάει το προπατορικό αμάρτημα όλης της φιλοσοφίας που λέγεται πλατωνισμός. Η αξία είναι “Gesichtspunkt “, δηλαδή οπτική γωνία ή ακόμη θέση μάχης. Είναι πρόταγμα. Και κάθε πρόταγμα εμφορείται από μια απόβλεψη, από μια πρόθεση ενίοτε πολεμική, αλλά όχι κατ΄ανάγκη. Εδώ ο Νίτσε δεν παίρνει μια θέση, όπως θέλουν να την παρουσιάσουν μερικοί, ότι πρόκειται για έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων. Μπορεί να υπάρξει ένα πεδίο σύγκλισης των ανθρώπων, των επιδιώξεων, των συμφερόντων, των αναγκών, των επιθυμιών, τους κλπ, αλλά η σύγκλιση αυτή δεν μπορεί να εκβιαστεί προκαταβολικά μέσα από την δεσμευτικότητα apriori αξιών.

Η δεύτερη σημασία που έχει ο διανοούμενος ως φιλόλογος είναι ότι πρέπει να έχει μια ευαισθησία απέναντι στη μεταφορικότητα της γλώσσας και αυτό πρακτικά σημαίνει να είναι σε θέση να γενεαλογήσει τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε, την γλώσσα των εννοιών, πίσω στις μυθικές απαρχές της. Η ποίηση και ο μύθος είναι η αρχική γλώσσα της ανθρωπότητας. Έτσι ανατιμάται ο μύθος στον Νίτσε και όταν λέμε “μύθος” εννοούμε πολυσημία και αυτό μας πάει στην ποιητική γλώσσα, μέσα στην οποία διασώζεται η μυθική αρχαϊκότητα της γλώσσας. Η υπεράσπιση του μύθου είναι για τον Νίτσε η υπεράσπιση της ποίησης. Εδώ αναδύεται κι ένα βασικό κλειδί την κατανόηση του Νίτσε που είναι η αισθητική ματιά στα πράγματα. Στον Νίτσε η αισθητική σφαίρα έχει την προτεραιότητα απέναντι στις γνωσιοθεωρητικές και πραξεολογικές δραστηριότητες του ανθρώπου και αυτό θα συμπυκνωθεί σε έναν περίφημο αφορισμό του: μόνο σαν έργο τέχνης μπορεί να δικαιωθεί η ζωή και ο κόσμος. Σαν να λέμε “η τέχνη είναι η σωτηρία του κόσμου”.

Ο 2ος προσδιορισμός του διανοουμένου ως ψυχολόγου, θέλει να υποδείξει τα ψυχολογικά θεμέλια κάθε ηθικής. Εδώ βρίσκουμε την ενόραση ότι δεν υπάρχει αυτονομία του ηθικού βούλεσθαι και του ηθικού πράττειν. Η ηθική δεν είναι ένα αυτόνομο πεδίο. Το πεδίο της ηθικής συνδέεται με πολλαπλά άλλα επίπεδα οριζόντια και κάθετα, και μόνο μέσα από την ανακατασκευή αυτών των συνδέσεων μπορούμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη πραξεολογία. Στον οριζόντιο άξονα η ηθική συνδέεται με την πολιτική. Αυτή η διάσταση λείπει τελείως στον Νίτσε παρόλο που κάποιοι θέλησαν να δώσουν τέτοιες διαστάσεις στο έργο του. Αντιθέτως ο Νίτσε είναι πολύ διορατικός στον άλλο άξονα τον κάθετο, τον ψυχολογικό. Αναδεικνύει, αυτό που ήδη αναφέραμε, ότι πίσω από τις ανθρώπινες πράξεις που αυτο-κατανοούνται και αυτο-δικαιολογούνται με έναν ορισμένο τρόπο, δρουν δυνάμεις και κίνητρα που διαφεύγουν του ίδιου του ελέγχου. Με αυτή την έννοια το ψυχολογικό καθορίζει το ηθικό. Όμως και το ψυχολογικό είναι κι αυτό καθορισμένο από το βιολογικό. Ανάμεσα στο ηθικό και το βιολογικό μεσολαβεί το ψυχολογικό κι έτσι οι ανθρώπινες πράξεις γίνονται αδιαφανείς στον εαυτό τους. Αυτό ο Νίτσε το καταλαβαίνει πολύ καθαρά.

Ο Νίτσε πρέπει να γίνει κατανοητός, (όπως και ο Κίρκεγκωρ), σαν μια απελπισμένη κραυγή απέναντι σε μια επερχόμενη νεωτερικότητα. Και ο Νίτσε τράβηξε αυτή την κραυγή μέχρι το απώτατο σημείο, που ήταν η πνευματική του κατάρρευση. Η τρέλα του Νίτσε έχει την ίδια σημασία με την απονενοημένη φυγή του Ρεμπώ, η την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Είναι η “η μεγάλη άρνηση” η οποία τρέφει ακόμη όλη τη δυτική σκέψη του 20ου αιώνα, και όλες τις κριτικές μας αντιστάσεις απέναντι σε μια πραγματικότητα που έχει όλο και περισσότερο τη φύση της πέτρας.

Advertisements
This entry was posted in Φιλοσοφικά Άρθρα. Bookmark the permalink.

3 Responses to Πως να καταλάβουμε τον Νίτσε ;

  1. Pingback: Τέχνη και Ψυχολογία | Μπλέτσος Κωνσταντίνος Ψυχολόγος

  2. Pingback: Τέχνη και Ψυχολογία – Κωνσταντίνος Μπλέτσος Ψυχολόγος

  3. Pingback: Τέχνη και Ψυχολογία – Μπλέτσος Κωνσταντίνος Ψυχολόγος

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s