Τι σημαίνει Ανάπτυξη, τι σημαίνει Παραγωγική Ανασυγκρότηση

Πως πρέπει να καταλάβουμε αυτές τις έννοιες για να προσανατολιστούμε στην παρούσα συγκυρία.
Εδώ και δεκαετίες η “ανάπτυξη” έχει περάσει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, και στα μνημονιακά χρόνια προστέθηκε η “παραγωγική ανασυγκρότηση”. Η θετική αίσθηση που προκαλούν οι όροι αυτοί, μετριάζεται από τη σύγχυση που τούς συνοδεύει, διότι μπορεί να σημαίνουν πολύ διαφορετικά πράγματα.

Θα αναφέρουμε εκ πρωιμίου ότι επειδή μας ενδιαφέρει να δούμε τις έννοιες αυτές στην προοπτική μιας διεξόδου από τη σημερινή οδυνηρή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, επιλέγουμε να βάλουμε σε κεντρικό σημείο μια σημαντικότατη διάκριση των κλασικών οικονομολόγων, (την οποία όμως έχουν εξοστρακίσει τα σύγχρονά μας νεοκλασικά οικονομικά), τη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, και κατ΄επέκταση τη διάκριση μεταξύ χρήσιμων και παρασιτικών δραστηριοτήτων.

.
Στην παραδοσιακή λογική των “οικονομικών διακυμάνσεων”, ανάπτυξη είναι η ανοδική φάση ενός κύκλου στην οποία συμβαίνουν όλα τα καλά πράγματα μαζί και όλοι είναι ευχαριστημένοι: Έχουμε αύξηση της παραγωγής, αύξηση των εισοδημάτων, αύξηση της απασχόλησης, αύξηση των επιχειρηματικών κερδών, αύξηση των επενδύσεων, αλλά και των μισθών, των τιμών, των επιτοκίων, των πιστώσεων, της κατανάλωσης, της αποταμίευσης κ.ο.κ. Τα φαινόμενα αυτά ως ένα σημείο αλληλοτροφοδοτούνται αλλά παράλληλα αλληλοϋποσκάπτονται, έτσι ώστε να οδηγούν σε έναν κορρεσμό και να ακολουθεί η αντίστροφη πορεία.
Ωστόσο, η πραγματικότητα των τελευταίων δεκαετιών απέχει αρκετά από την πιο πάνω εικόνα της συνολικής ανόδου μιας οικονομίας. Έτσι, σήμερα η “ανάπτυξη” μπορεί να αναφέρεται απλώς σε χρηματιστηριακή ανάκαμψη, μπορεί να εννοεί την αύξηση των επιχειρηματικών κερδών, (κυρίως έτσι προσλαμβάνεται στις ΗΠΑ), μπορεί να εννοεί ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων αγαθών που βαφτίζονται “επενδύσεις”, μπορεί ακόμη και να εννοεί μεν αύξηση του ΑΕΠ, συνοδευόμενη όμως από αύξηση της ανεργίας, κ.ο.κ.
Για τον Κέυνς, η βασικότερη παράμετρος της ανάπτυξης, ο σκοπός για τον οποίο όλα τα άλλα μεγέθη ήταν απλώς μέσα, ήταν η αύξηση της απασχόλησης. Η πλήρης απασχόληση, η μηδενική δηλαδή ανεργία, ήταν το επιθυμητό σημείο ισορροπίας της οικονομίας και όλα τα άλλα μεγέθη έπρεπε να προσαρμοστούν σε αυτό.
Φυσικά σήμερα κανείς δεν στοχεύει τόσο ψηλά και οι περισσότεροι λέγοντας ανάπτυξη εννοούν την αύξηση του ΑΕΠ, προσδοκώντας έτσι την αύξηση των εισοδημάτων. Όμως, όπως είδαμε τα προηγούμενα χρόνια, το ΑΕΠ μπορεί να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα όχι επειδή στηρίζεται σε πραγματική παραγωγή αλλά από τη διόγκωση παρασιτικών δραστηριοτήτων, με άλλα λόγια υποσκάπτοντας το μέλον και εντείνοντας την ανισοκατανομή του πλούτου με μεταφορά εισοδημάτων από κάποια κοινωνικά στρώματα σε κάποια άλλα. Η κατανάλωση για ένα διάστημα μπορεί να διατηρηθεί με δανεισμό, αλλά όταν η φούσκα σκάσει, αντιλαμβανόμαστε οδυνηρά ότι αυτό που ζούσαμε δεν ήταν πραγματικά ανάπτυξη.

.
Είναι αδύνατο να παρακάμψουμε μια κομβική διαπίστωση: Η ανάπτυξη και η παραγωγική ανασυγκρότηση έχουν πρόσημο τόσο ταξικό όσο και εθνικό.
Από τη μεριά των λαϊκών στρωμάτων, για να ονομάσουμε σήμερα μια πορεία “ανάπτυξη” πρέπει απαραίτητα να μειώνει την ανεργία και να αυξάνει τα λαϊκά εισοδήματα, περιλαμβανομένου και ενός έμμεσου “κοινωνικού μισθού” που προκύπτει από την παροχή των πάσης φύσεως δημόσιων υπηρεσιών και αγαθών, (υγεία, παιδεία, ελεύθερη πρόσβαση σε δρόμους, παραλίες, κλπ). Ταυτόχρονα, θα πρέπει η πορεία αυτή να μην είναι παροδική, (διότι και ένας δανεισμός θα μπορούσε προσωρινά να έχει τα ίδια αποτελέσματα), αλλά να έχει στέραιες βάσεις. Οι “στέραιες βάσεις” είναι ένα περίπλοκο μίγμα προϋποθέσεων που μας πηγαίνει στο ζήτημα της Παραγωγικής Ανασυγκρότησης που θα δούμε πιο κάτω.
Από τη μεριά των κυρίαρχων τάξεων, η ανάπτυξη μπορεί θαυμάσια να συνδυαστεί με τη μείωση των λαϊκών εισοδημάτων, (περαιτέρω κατάρρευση των μισθών και του κοινωνικού κράτους), που θα σημάνει μείωση του μισθολογικού και φορολογικού κόστους των επιχειρήσεων, αρκεί να αυξηθούν τα κέρδη και οι πωλήσεις. Αυτού του είδους η ανάπτυξη, στην οποία υποτίθεται ότι ποντάρει και η συνταγή της λιτότητας, είναι, βασικά, εξωστρεφής: Η αδυναμία της παραγωγής να στηριχθεί από την εγχώρια ζήτηση, αφού τα λαϊκά εισοδήματα μειώνονται, τη σπρώχνει να πλασαριστεί σε έναν διεθνή καταμερισμό και να στραφεί σε εξαγωγές. Τυπικό παράδειγμα εδώ είναι η Μανωλάδα: Εξαγωγές βασισμένες σε συμπίεση του μισθολογικού κόστους. Ταυτόχρονα, υποτίθεται ότι το χαμηλό κόστος θα φέρει “επενδύσεις” από το εξωτερικό. Όπως καταλαβαίνουμε, ακόμη κι αν το απίθανο αυτό αναπτυξιακό σενάριο γίνει πραγματικότητα, θα είναι καταστροφικό για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου και διαλύει τη χώρα αντί να αξιοποιήσει τον εθνικό χώρο σαν έναν προνομιακό οικονομικό χώρο στον οποίο θα κινηθούν και θα παράξουν οι εθνικοί πόροι προς όφελος των πολλών.
Τι σημαίνουν όλα αυτά λίγο πιο πρακτικά;
Για όποιον τάσσεται με την πλευρά των λαϊκών στρωμάτων,
• Δεν ήταν ανάπτυξη η γιγάντωση των τραπεζών και των ασφαλειών τα προηγούμενα χρόνια.
• Δεν ήταν ανάπτυξη η εκτίναξη των εμπορικών και των εισαγωγικών επιχειρήσεων, των αλυσίδων λιανικής, των Super Markets, κλπ
• Δεν ήταν, (παρά εν μέρει), ανάπτυξη η “οικοδομή”. Για την ακρίβεια, οι κατασκευές συμβάλουν στην ανάπτυξη στο βαθμό που αυτά που κατασκευάζουν καλύπτουν κάποιες υπαρκτές ανάγκες. Αντίθετα, τα προηγούμενα χρόνια η “οικοδομή” κινήθηκε σε μια κερδοσκοπική λογική, (πχ πολυτελείς μεζονέτες με την προσδοκία ότι θα πουληθούν ακριβά). Γενικά δεν είναι ανάπτυξη οι κατασκευές που οδηγούνται από τις διαρκώς ανοδικές τιμές ως “ατομική επένδυση” γιατί προετοιμάζουν με βεβαιότητα τη φούσκα που θα σκάσει.
• Δεν ήταν ανάπτυξη τα “μεγάλα έργα”, στο βαθμό που δημιούργησαν μεν εισοδήματα στην περίοδο της κατασκευής τους, αλλά χρησιμοποιήθηκαν καθόλου ή ελάχιστα μετά, ή ακόμη, χρησιμοποιήθηκαν επειδή κατέστρεψαν εναλλακτικά δίκτυα.
• Δεν ήταν ανάπτυξη το Mall και τα άλλα εμπορικά κέντρα. Απλώς μετακίνησαν την αγορά από κάποιες περιοχές σε κάποιες άλλες
• Δεν ήταν ανάπτυξη τα χιλιάδες μπάρ, καφέ, νυχτερινά κέντρα, που άνοιξαν σε όλες τις πόλεις εκτοπίζοντας βιοτεχνίες κι εργαστήρια, (τυπικό παράδειγμα η περιοχή του Ψυρρή).
• Δεν ήταν ανάπτυξη η εκτίναξη των εταιρειών security, των δικηγορικών γραφείων, των διαφημιστικών εταιρειών και των εταιρειών και τμημάτων marketing
• Δεν ήταν ανάπτυξη οι “αναβαθμίσεις” των ασανσέρ, τα ιδιωτικά ΚΤΕΟ από τα οποία υποχρεώθηκαν να περνάν και τα μηχανάκια, και όλες οι άλλες οι δραστηριότητες εναρμόνισης με κάποια έξωθεν επιβεβλημένα πρότυπα κάθε είδους
• κλπ
Όλα τα παραπάνω καταγράφονται και συνυπολογίζονται στο ΑΕΠ, ωστόσο δεν παράγουν κοινωνικό πλούτο. Είναι εντυπωσιακό ότι οικονομολόγοι σαν τον Γιάννη Μηλιό, (απόδειξη ότι η θεωρητική επάρκεια κάποιου είναι άχρηστη αν δεν μπορεί να την συνδέσει με το συγκεκριμένο), υποστήριζαν την εκδοχή της “οικονομικά ισχυρής Ελλάδας” βασιζόμενοι αποκλειστικά στο υψηλό κατακεφαλήν ΑΕΠ. Η αναξιοπιστία του ΑΕΠ ως δείκτη πραγματικού πλούτου, δηλαδή ως δείκτη παραγωγής χρήσιμων πραγμάτων, φάνηκε όταν η συζήτηση στράφηκε στο ενδεχόμενο του GREXIT οπότε μιλούσαμε για τρόφιμα, φάρμακα, ενέργεια, Α΄ύλες, μηχανήματα και ανταλλακτικά, όχι πχ για υπηρεσίες τζόγου και στοιχημάτων που φυσικά συνυπολογίζονται χωρίς καμμία ποιοτική διάκριση στο ΑΕΠ.
Η σύγχυση δημιουργείται όταν δει κανείς επιπόλαια το ΑΕΠ όχι ως παραγωγή αλλά ως εισόδημα. Επειδή σε όλες τις πιο πάνω δραστηριότητες απασχολήθηκαν εργαζόμενοι όλων των κοινωνικών στρωμάτων και πληρώνονταν μισθοί, κάποιοι είχαν την εντύπωση ότι δημιουργείται πλούτος “αφού κανείς δεν χαρίζει έναν μισθό”, και “αφού δεν πέφτει μάνα εξ΄ουρανού, αλλά είναι η εργασία που δημιουργεί πλούτο”. Δυστυχώς δεν δημιουργεί κάθε εργασία πλούτο, υπάρχουν εργασίες που απλώς αλλάζουν την κατανομή του πλούτου, και άλλες που απλώς είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγή του οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Έτσι, τα εισοδήματα που κερδίζονταν με αυτές τις εργασίες κατανάλωναν αγαθά που ΔΕΝ παρήγαγαν οι ίδιες, αλλά που εν μέρει προέρχονταν από τον παραγωγικό τομέα της οικονομίας και εν μέρει εισάγωνταν από το εξωτερικό.

.

Η Παραγωγική Ανασυγκρότηση είναι ένα ευρύτατο ζήτημα που δεν αφορά μόνο νέες επενδύσεις, νέες τεχνολογίες, νέα προϊόντα, κλπ, αλλά συμπαρασύρει τις περισσότερες πλευρές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, καθώς αφορά επίσης τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, την οργάνωση των σχέσεων στο εσωτερικό της παραγωγής, τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας, ζητήματα ιδιοκτησίας, κ.λπ. Με ένα παλιότερο λεξιλόγιο, η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν είναι ζήτημα μόνο των παραγωγικών δυνάμεων αλλά και των παραγωγικών σχέσεων μας λέει πολύ εύστοχα ο Ηλίας Ιωακείμογλου, (http://rproject.gr/article/ti-einai-i-paragogiki-anasygkrotisi).
Εμείς θα εστιάσουμε στις βασικές κατευθύνσεις που μπορεί να πάρει και οι οποίες είναι δύο:
Η πρώτη, και πιο προβεβλημένη, είναι η εξωστρεφής: μιλάει για την ανάγκη επενδύσεων, που συνήθως θα γίνουν από ξένους, για καινοτομίες από τις οποίες θα προκύψουν πρωτοποριακά, διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, προτείνει να βρούμε και να στηριχτούμε στο “συγκριτικό μας πλεονέκτημα”, κλπ. Σε γενικές λοιπόν γραμμές, βασίζεται σε ξένα κεφάλαια, ξένη αγορά και ξένη τεχνολογία. Εννοείται ότι σε αυτή την περίπτωση δεν χρειάζεται να διαταραχθεί ιδιαίτερα το υφιστάμενο status των παραγωγικών σχέσεων, κι αν αυτό συμβεί θα είναι σε κατεύθυνση που να ευνοηθεί η εταιρική κερδοφορία.
Η άλλη κατεύθυνση είναι η εσωστρεφής ή ενδογενής, που βασίζεται στην εσωτερική αγορά, το εγχώριο κεφάλαιο και την εγχώρια τεχνολογία ή τουλάχιστον την προσαρμογή της ξένης τεχνολογίας στις ντόπιες συνθήκες.

Την πρώτη λογική τη βρίσκουμε συμπυκνωμένη και από επίσημα χείλη διατυπωμένη στην πρόσφατη συζήτηση Κλίντον – Τσίπρα, (27/9/205, https://www.youtube.com/watch?t=122&v=yUa-5x6AzGA). Η συζήτηση αυτή επί της ουσίας αποτελείται από συνεχόμενες “πάσες” του Κλίντον στον Έλληνα πρωθυπουργό να εξηγήσει πως θα διαφαλίσει η Ελλάδα στον ξένο επενδυτή, ότι αν επενδύσει στην Ελλάδα θα πάρει σίγουρα, (και με κέρδος), πίσω τα λεφτά του. Τα ερωτήματα για εμάς θα πρέπει να είναι δύο: α) τι πιθανότητες επιτυχίας έχει μια τέτοια προσπάθεια και β) ποιόν συμφέρει αυτή η κατεύθυνση της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Όσον αφορά τη βιομηχανία, μεταπολιτευτικά, οι “ξένες επενδύσεις” ήταν η μόνιμη ελπίδα των όλων των κομμάτων εξουσίας. Όμως αυτή ποτέ δεν επαληθεύτηκε και το ξένο κεφάλαιο ήταν πάντα ένα πολύ μικρό ποσοστό στη συνολική συσσώρευση του κεφαλαίου, διότι η Ελλάδα, στον ανταγωνισμό της με άλλες χώρες της περιφέρειας, (Ανατολική Ευρώπη, Νοτιοανατολική Ασία), έχασε το παιχνίδι. Το πολύ φθηνότερο και πιο εξειδικευμένο, (λόγω της σημαντικότερης εκβιομηχάνισής τους), εργατικό δυναμικό που διέθεταν οι χώρες αυτές σε σχέση με τη δική μας, αλλά και το μεγαλύτερο μέγεθος της εσωτερικής τους αγοράς, ήταν πλεονεκτήματα που δεν μπορούσαν να υπερνικηθούν από τις παραχωρήσεις αποικιακού τύπου που ήταν διατεθειμένες να κάνουν οι Ελληνικές κυβερνήσεις. Έτσι, όσες “ξένες επενδύσεις” έγιναν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ήταν κυρίως αρπαγές δημόσιας περιουσίας, ΟΤΕ, ΔΕΗ, λιμάνια, αεροδρόμια, κλπ είτε στράφηκαν σε τουρισμό, αγορές πολυτελών ακινήτων και πρόσφατα και νησιών. Χαρακτηριστική είναι και η αμηχανία του πρωθυπουργού στην πιο πάνω συζήτηση με τον Κλίντον, καθώς τα μόνα πλεονεκτήματα που μπόρεσε αυτός και το επιτελείο του να σκεφτούν ότι προσφέρει η Ελλάδα στους ξένους επενδυτές είναι η “πολιτική σταθερότητα” που φέρνει το νέο μνημόνιο, και η παραμονή στο Ευρώ, (άρα δεν θα έχουμε διαδηλώσεις και υποτίμηση), επίσης η μείωση της γραφειοκρατίας και η πάταξη της διαφθοράς που επίκεινται. Δηλαδή όλοι οι λόγοι που επικαλείται είναι όχι κίνητρα κέρδους, αλλά εφησυχασμοί ότι δεν θα υπάρξουν προβλήματα. Το τελικό του επιχείρημα ήταν πως είναι προς το συμφέρον της διεθνούς κοινότητας να σταθεροποιήσει με τις επενδύσεις της την Ελλάδα γιατί η χώρα μας έχει κομβική γεωγραφική θέση σε μια ασταθή περιοχή. Από ότι φαίνεται, για μια ακόμη φορά, το στοίχημα των “ξένων επενδύσεων” δεν θα κερδηθεί.
Αλλά δεν χρειάζεται να στεναχωριόμαστε γι΄αυτό. Πολύ συχνά περιφερειακές χώρες που προσέλκυσαν επενδύσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, ή στράφηκαν οι ίδιες σε εξαγωγές, αντιμετώπισαν μια ασύμετρη κατάσταση στο εσωτερικό τους καθώς ένας μικρός αριθμός επιχειρηματιών ή υψηλών στελεχών που είχαν σχέση με τον τομέα αυτό ευνοήθηκε κι ένα άλλο μεγάλο μέρος του κόσμου ζημιώθηκε. Τα παραδείγματα αυθονούν. Ένας εξαγωγικός τομέας σε μια οικονομία πρέπει να πριμοδοτηθεί με χαμηλό εργατικό κόστος, χαμηλή φορολογία, χαλαρές περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, κλπ γιατί θα βγεί σε μια πολύ ανταγωνιστική διεθνή αγορά. Επιπρόσθετα, η χώρα θα αναγκαστεί να δώσει ανταλλάγματα, πχ να άρει διάφορα προστατευτικά μέτρα σε άλλους τομείς. Ακόμη, αν μια χώρα έχει μικρή εσωτερική αγορά, που σημαίνει ότι δεν ευνοείται η τυποποιημένη μαζική παραγωγή που ρίχνει το κόστος, τότε οι εξαγωγές δεν μπορούν να είναι κεντρική αλλά συμπληρωματική επιλογή. Συνηθέστερα, ό ρόλος που επιφυλάσσεται σε ανίσχυρες χώρες είναι εκείνος του φτηνού υπεργολάβου. Μεγάλος εξαγωγικός όγκος εμπορευμάτων υψηλής αξίας και μεγάλου περιθωρίου κέρδους προϋποθέτει την αντίστοιχη γεωπολιτική δύναμη. Τα παραδείγματα, σύγχρονα και παλιά, επίσης αυθονούν.
Η ενδογενής παραγωγική ανασυγκρότηση είναι, κατά τη γνώμη μας, ο μόνος δρόμος για την Ελλάδα και άλλες χώρες της περιφέρειας. Ο βασικός λόγος είναι απλός: υπάρχει ένας προνομιακός οικονομικός χώρος για τους πόρους κάθε χώρας και αυτός είναι ο εθνικός χώρος, με την προϋπόθεση βεβαίως να αποφασίσει η χώρα να τον προστατεύσει.
Με λίγα λόγια, μπορούμε να ανασυγκροτηθούμε παραγωγικά αν παράξουμε πρωτίστως για να καλύψουμε τις δικές μας ανάγκες. Είναι λίγο περίεργο να κοπτόμαστε για νέες επενδύσεις, όταν οι ήδη υπάρχοντες εγχώριοι πόροι μένουν ανεκμετάλλευτοι, κι εννοούμε το ανθρώπινο δυναμικό αλλά και μηχανήματα κι εγκαταστάσεις οι οποίες υπολειτουργούν. Στην πραγματικότητα, χιλιάδες επιχειρήσεις σήμερα αγωνίζονται να παραμείνουν σε λειτουργία χρησιμοποιώντας ένα μικρό κλάσμα του δυναμικού τους. Για να κινητοποιηθούν οι οικονομικοί πόροι και να παράξουν, τουλάχιστον στον καπιταλισμό, πρέπει να προκύπτει κέρδος. Αν η τιμή των εισαγώμενων προϊόντων είναι χαμηλή οι εγχώριοι πόροι μένουν σε αργία. Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαία μια πολιτική υποκατάστασης των εισαγωγών σε όλα τα πεδία που μπορούμε, γιατί ο κύριος λόγος που το παραγωγικό δυναμικό της χώρας υπολειτουργεί είναι οι εισαγωγές.
Ας δούμε σαν παράδειγμα την παραγωγή ζάχαρης που απασχόλησε τελευταία την κοινή γνώμη. Την τελευταία 5ετία, (μέχρι την επαναλειτουργία του ενός εργοστασίου το 2015),  οι εργαζόμενοι στα εργοστάσια ζάχαρης και τα καλλιεργούμενα στρέμματα τεύτλων μειώθηκαν κατά 75%. Αιτία ήταν το υψηλό κόστος. Πολλοί θέτουν το ερώτημα: Γιατί να παράγουμε κάτι αν μας κοστίζει περισσότερο από όσο να το εισάγουμε; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι κομβική και ανατρέπει τη λογική του “συγκριτικού πλεονεκτήματος” που παπαγαλίζουν οι περισσότεροι.
Η θεωρία του συγκριτικού, αλλά και του απόλυτου πλεονεκτήματος, προϋποθέτει δύο, τουλάχιστον, χώρες οι οποίες συμφωνούν να εξειδικευτούν για να κάνουν αμοιβαία εξαγωγές η μία στην την άλλη με αποτέλεσμα να ωφεληθούν και οι δύο. Επομένως αναφέρεται σε διακρατικές συμφωνίες, (που η ΕΕ τις απαγορεύει), όχι στο ελεύθερο διεθνές εμπόριο, όπου εξαγωγές θα κάνει μόνο ο ανταγωνιστικότερος. Άρα, η λογική μας πρέπει να είναι άλλη: κάθε παραγωγή που μπορεί να πληρώνει όλα τα κόστη της, εργατικό, Α΄υλών, εξοπλισμού, κλπ και να αφήνει πλεόνασμα, συνεισφέρει στον πλούτο της εγχώριας οικονομίας. Δεν έχει σημασία αν σε κάποια άλλη χώρα το ίδιο προϊόν παράγεται φθηνότερα, γιατί η εισαγωγή του δεν δημιουργεί εισοδήματα, αντίθετα, αναλώνει εισοδήματα που πρέπει να έχουν δημιουργηθεί με κάποιον άλλο τρόπο, είτε χρηματοδοτείται από δανεισμό. Εννοείται ότι καμμία χώρα δεν μπορεί, αλλά ούτε και την συμφέρει, να παράξει τα πάντα. Θα μπει στο διεθνές εμπόριο, αλλά με τρόπο που να προστατεύσει την παραγωγή της και να αυξήσει την κατανάλωσή της.
Συμπερασματικά, παραγωγική ανασυγκρότηση σημαίνει, πάνω από όλα, τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των εγχώριων πόρων και αυτό μόνο στην ενδογενή κατεύθυνση μπορεί να εξασφαλιστεί. Σημαίνει επίσης ότι η παραγωγή γίνεται για να καλύψει ανάγκες και όχι για να νικήσει στον διεθνή ανταγωνισμό στραγγίζοντας τους εργαζόμενους, καταστρέφοντας ενδεχομένως το περιβάλλον, κοκ.
Όμως ποιές ανάγκες θέλουμε να καλύψουμε; Όσο ανατριχιστικό κι αν ακούγεται αυτό στα νεοφιλελεύθερα και νεοκλασικά αυτιά, δεν μπορούμε να αποφύγουμε μια ιεράρχιση των αναγκών, προς όφελος των πολλών, άλλωστε κι ο καπιταλισμός σε κρίσιμες περιόδους του 20ου αιώνα εγκατέλειψε την ελεύθερη αγορά, η οποία κατευθύνει τους πόρους σε όποιον πληρώνει περισσότερο και τους απασχόλησε εκεί που έκρινε ότι χρειάζεται. Στην περίπτωσή μας αυτή ανακατεύθυνση δεν θα γίνει φυσικά με 5ετή πλάνα, αλλά με μέτρα φορολογικά, και τη χορήγηση πιστώσεων σε επιθυμητές δραστηριότητες. Αν η διατροφή, η κατοικία, οι μεταφορές, η ενέργεια, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, και η παιδεία είναι οι σημαντικότερες ανάγκες, εκεί πρέπει να κατευθυνθούν και οι πόροι, αφού αποσπαστούν από τις παρασιτικές δραστηριότητες που αφθονούν στην οικονομία μας. Ως γνωστόν, ένα 80% του Ελληνικού ΑΕΠ προέρχεται από “υπηρεσίες”.
Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να σχολιάσω τον κ. Σταθάκη που σε συνέντευξή του προ 3 – 4 ετών υποστήριζε ότι «δεν έχει νόημα το ερώτημα τι παράγει η Ελλάδα. Είτε παράγει τραπεζικές υπηρεσίες, είτε τρόφιμα, είτε υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, και είτε οι υπηρεσίες αυτές παράγονται στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, είναι πλέον ένα και το αυτό».Ο κ. Σταθάκης είναι η απτή απόδειξη ότι ο σύγχρονος παγκοσμιοποιημένος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός έχει παράξει και τους οικονομολόγους – απολογητές του, που έχουν αποδεχτεί πλήρως τη λογική του και είναι αδύνατο να σκεφτούν έξω από αυτήν. Γι΄αυτό άλλωστε και ανταμοίβονται με υπουργικές θέσεις. Στη λογική που εμείς εκθέτουμε, έχει τεράστια σημασία τι παράγουμε, με άλλα λόγια έχει τεράστια σημασία που κατευθύνουμε τους πόρους μας. Δεν μπορεί να αφεθεί το ζήτημα αυτό στην «αόρατη χείρα»,που εναρμονίζει τάχα την παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα. Η οικονομία έχει να κάνει με την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, συγκεκριμένων ανθρώπων, που κατοικούν σε συγκεκριμένα μέρη, έχουν στη διάθεσή τους συγκεκριμένους πόρους, και μεταξύ τους συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις. Ποτέ δεν πρέπει να χάνουμε αυτή την εικόνα από τα μάτια μας.
Εννοείται ότι οι ήδη υπάρχουσες επιχειρήσεις που εξάγουν θα ενθαρυνθούν να συνεχίσουν. Πρέπει όμως εδώ να κατανοήσουμε κάτι. Η αξία κάθε επιχείρησης για την εγχώρια οικονομία προδιορίζεται από την προστιθέμενη αξία που εναποθέτει στα προϊόντα της. Υπάρχουν, για παράδειγμα, στην Ελλάδα κάποιες πολύ επιτυχημένες εξαγωγικές επιχειρήσεις, με πλήρως αυτοματοποιημένη παραγωγή, που όμως εισάγουν τις Α΄ύλες, τα μηχανήματα, και την όλη τεχνογνωσία τους. Δεν μπορούν, για παράδειγμα, ούτε καν να συντηρήσουν τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό τους, (σε περίπτωση βλάβης έρχονται τεχνικοί από έξω), κι έτσι, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους ξαναφεύγει στο εξωτερικό. Δύο πράγματα πρέπει να σημειώσουμε εδώ: α) μας ενδιαφέρουν κλάδοι με υψηλή προστιθέμενη αξία, και δραστηριότητες με σημαντικές διακλαδικές συνδέσεις και β) είναι σημαντικό να υιοθετήσουμε το επίπεδο της τεχνολογίας που μας αντιστοιχεί.
Στη λογική αυτή πρέπει τα ανώτερα και ανώτατα τεχνολογικά ιδρύματα να στραφούν σε μια εγχώρια τεχνολογία που θα υπηρετεί την εγχώρια παραγωγή, που θα πρέπει να είναι ευέλικτη, αποκεντρωμένη και μικρής κλίμακας. Είναι αδιανόητο, για παράδειγμα, σε μια χώρα με 1,5 εκατ ανέργους, να ασχολείται το πολυτεχνείο με τη ρομποτική επειδή αυτό κάνει και το M.I.T. Αυτός είναι και ο τρόπος νέοι επιστήμονες και τεχνικοί να μείνουν στη χώρα τους.

Ο τουρισμός θα παραμείνει ένας βασικός τροφοδότης συναλλάγματος για τις εισαγωγές που θα συνεχίσει να κάνει η χώρα μας. Όμως, μέχρις εκεί. Δεν χρειάζεται άλλη “ανάπτυξη” στον τουρισμό. Αφενός η τροπή που έχει ήδη αρχίσει να παίρνει είναι εκείνη του αποκλεισμού των ιθανεγών από μέρη που περιφράσσονται για τους εύπορους τουρίστες, ειδικότερα είναι απαράδεκτη η πώληση νησιών, αφεταίρου, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ευαίσθητη στις κακές οικονομικές και γεωπολιτικές συγκυρίες δραστηριότητα, στην οποία πρέπει να βασιζόμαστε όλο και λιγότερο. Εξάλλου, η τουριστική δραστηριότητα όσο αυξάνει τόσο αυτοκαταστρέφεται.
Είναι αυτονόητο ότι ο δρόμος της ενδογενούς παραγωγικής ανασυγκρότησης είναι ασύμβατος με τον κλοιό των μνημονίων, της ΕΕ, της ευρωζώνης και του χρέους. Πρόκειται για μια συνολική διέξοδο για μια σειρά προβλημάτων που αλλιώς είναι αδύνατον να επιλυθούν. Πολλοί ανησυχούν για τον γεωπολιτικό αντίκτυπο μιας τέτοιας πορείας. Ωστόσο, το γεωπολιτικό περιβάλλον αποδεικνύεται ιδιαίτερα ρευστό, συνεπώς οι ευκαιρίες ελιγμών και νέων συμμαχιών, όχι μόνο με αναδυόμενες, αλλά και με γειτονικές μας χώρες με τις οποίες έχουμε πολλά κοινά συμφέροντα και υπάρχουν και πρέπει να αξιοποιηθούν.

Advertisements
This entry was posted in Οικονομικά Άρθρα and tagged , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Τι σημαίνει Ανάπτυξη, τι σημαίνει Παραγωγική Ανασυγκρότηση

  1. Γιώργος Παπασπυρόπουλος says:

    Αγαπητέ φίλε, θα ήθελα να μάθω που και πότε είπε ο Γ Σταθάκης αυτά τα πράγματα που αναφέρεις παραπάνω. Ένα link, ένα μέσο και μια ημερομηνία. Είναι πολύ σημαντικό να τεκμηριώνουμε τόσο σοβαρές δηλώσεις όταν σε αυτές στηρίζουμε ολόκληρη συλλογιστική στο παραπάνω άρθρο.

  2. Κε Παπασπυρόπουλε,
    ο Σταθάκης τα είπε αυτά σε μια ομιλία τον Απρίλιο του 2012 στην ΕΣΗΕΑ με συντονιστή τον Δημήτρη Τρίμη.
    Ωστόσο, μου κάνει εντύπωση το σχόλιό σας. Το κείμενο που έγραψα δεν είναι μια καταγγελία ενάντια στον Σταθάκη, ώστε να χρειάζεται να στοιχειοθετηθεί. Λυπάμαι αν έτσι το καταλάβατε. Κάνω απλώς μια αναφορά στο πως βλέπουν τα ίδια πράγματα κάποιοι άλλοι και γιατί, κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι λανθασμένο. Πιστεύω ότι ο ίδιος ο κ. Σταθάκης δεν θα καταλάβαινε σαν “δυσφήμιση” την αναφορά μου, αφού είναι φανερό και από τη γενικότερη στάση του ότι αυτά πιστεύει. Έχετε κάποια ένδειξη περί του αντιθέτου ;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s