Μαρξισμός – Κεϋνσιανισμός – Νεοφιλελευθερισμός

Συχνά η ενασχόληση με τα καθημερινά, πιεστικά, κι επείγοντα ζητήματα δεν αφήνει χρόνο και διάθεση για στοχασμό σε μια ευρύτερη χρονική κλίμακα που θα μας έδινε τη μεγάλη εικόνα και θα μας προσανατόλιζε. Ένας τέτοιος γενικός προσανατολισμός αν και δεν μπορεί να μας υπαγορεύσει άμεσα τι να κάνουμε, αφού στις ήδη διαμορφωμένες συνθήκες ελάχιστα περνάν πλέον από το χέρι μας, θα μπορούσε ωστόσο να βοηθήσει την κατανόησή μας σχετικά με το ποιά είναι η κατάσταση σήμερα, να επιτρέψει μια εκτίμηση για το που φαίνεται να πηγαίνουμε στο εγγύς μέλον, να διαλύσει αυταπάτες κι ενοχές, και να φέρει ίσως τη σύγκλιση των επιθυμιών όσων κατανοούμε ότι η κοινή μας μοίρα θα μπορούσε να είναι και διαφορετική.
Φαίνεται ότι βιώνουμε την υπερ-ώριμη φάση ενός συστήματος, του καπιταλισμού, που επειδή έχει φτάσει στα όρια της επέκτασής του, καταρρέει πλέον εσωτερικά, συμπαρασύροντας στην καταστροφή όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας και της φύσης σε κάθε γωνιά της γης. Παρόλα αυτά, η συντριπτική κατασταλτική ισχύς αυτού του συστήματος, η ιδεολογική του ηγεμονία και η απουσία μιας υπαρκτής, ικανοποιητικής εναλλακτικής, προς το παρόν, το κρατάν ζωντανό, και το καταστροφικό αυτό «παρόν» αυτό είναι τελείως άγνωστο πόσο ακόμη θα διαρκέσει.
Στον καπιταλισμό συνήθως αποδίδουμε κάποια χαρακτηριστικά όπως, ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, πλήρως χρηματικές συναλλαγές, παραγωγή ανταλλακτικών αξιών, δηλαδή εμπορευμάτων, αντίληψη των πάντων ως εμπορεύματα ακόμη κι αν δεν έχουν παραχθεί με σκοπό να πουληθούν, συμεριλαμβανομένου του ανθρώπινου χρόνου, (ως εργασία), και της φύσης (ως εκτάσεις εδάφους και υπεδάφους), σχέσεις ανταλλαγής που διαμορφώνονται σε ελεύθερες αγορές χωρίς κρατικές παρεμβάσεις και μονοπωλιακές συνθήκες, κλπ. Όμως τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι σταθερά. Ο καπιταλισμός δεν πρέπει να νοείται στατικά αλλά μάλλον να προσεγγίζεται ιστορικά, γιατί στον αγώνα αυτοσυντήρησής του αλλάζει προκειμένου να διατηρήσει μέσα στον χρόνο την ταυτότητά του.
Η μεγάλη καινοτομία του καπιταλισμού και ταυτόχρονα ένα από τα πιο σταθερά χαρακτηριστικά του, από την εμφάνισή του έως σήμερα, ήταν ότι έσπασε την μέχρι τότε άμεση σύνδεση μεταξύ της οικονομικής δραστηριότητας και των αναγκών που έπρεπε να καλυφθούν, κι εδώ μπορούμε να συμπεριλάβουμε κάθε τύπο αναγκών: βιοτικών, πολεμικών, πολιτισμού, αναγκών που προσδιορίζονταν δημοκρατικά ή αυταρχικά, ή εθιμικά, κοκ. Ανάμεσα, λοιπόν, στις όποιες ανάγκες, που κανονικά προηγούνται, και στην παραγωγή που σκοπό έχει να τις καλύψει, παρεμβλήθηκε ένα πρόσθετο επίπεδο: το επίπεδο του ιδιωτικού κέρδους. Στο εξής, για να παραχθεί ο,τιδήποτε έπρεπε πρώτα να ανάψει το πράσινο φως της κερδοφορίας. Έτσι, ακόμη κι όταν υπάρχουν πιεστικές ανάγκες, παρότι οι πόροι που απαιτούνται για την κάλυψή τους, (ανθρώπινοι, φυσικοί και τεχνολογικοί), μπορεί να επαρκούν, θα μείνουν σε αργία αν λείπει η προσδοκία του κέρδους. Αλλά και αντίστροφα: επειδή το κέρδος είναι ο αδιφιλονίκητος ενορχηστρωτής κάθε οικονομικής δραστηριότητας, αν η κερδοφορία μπορεί με κάποιον τρόπο να διασφαλιστεί, η δραστηριότητα θα πραγματοποιθεί και οι «ανάγκες» θα ακολουθήσουν. Οι ανάγκες, είναι βεβαίως σε μεγάλο βαθμό δυναμικές και μεταβαλλόμενες, όμως αντίθετα με ότι μας λέει ένα από τα βασικά αξιώματα της νεοκλασικής θεωρίας, ΔΕΝ είναι ακόρεστες, (γι΄αυτό και η εν λόγω θεωρία αρνείται πεισματικά να διακρίνει μεταξύ ανάγκης και επιθυμίας). Ακόρεστη, σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον, είναι μια ειδική ανάγκη, που δεν έχει ποιοτικά χαρακτηριστικά όπως έχουν όλες οι άλλες ανάγκες, έχει μόνο ποσοτικά χαρακτηριστικά και επιτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία στην ομαλή διαιώνιση του συστήματος: η ανάγκη για κέρδος. Όλα τα υπόλοιπα, οφείλουν να εναρμονίζονται με τον ρυθμό που δίνει ο μεγάλος ενορχηστρωτής. Το αποτέλεσμα είναι μια ξέφρενη επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας και των παραγωγικών δυνάμεων, τέτοια που δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπογορεύσουν οι όποιες πραγματικές, ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένες ανάγκες ή τουλάχιστον όχι, σε περίοδο ειρήνης. Όταν όμως ο ρόλος του κινήτρου της παραγωγικής διαδικασίας μετατοπίζεται από τις ανάγκες στο κέρδος, τότε τίποτε δεν είναι αρκετό. Το χαρακτηριστικό αυτό του καπιταλισμού το αναγνώρισε ο Μαρξ, μάλλιστα, γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο, θεώρησε τον καπιταλισμό ως ένα απαραίτητο στάδιο από το οποίο πρέπει να διέλθει η κοινωνία. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι ο κοσμοϊστορικός ρόλος του καπιταλισμού που στη συνέχεια θα πρέπει να αποσυρθεί μπαίνοντας στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας».
Γιατί όμως ;
Γιατί ο καπιταλισμός να μην είναι έτσι όπως τον οραματίστηκαν οι κλασικοί οικονομολόγοι, δηλαδή ένα σύστημα που θα ανεβάσει συνολικά το επίπεδο της υλικής ευημερίας, (αν και όχι το ίδιο για όλους), και μάλιστα συνδυάζοντάς την με τη μέγιστη ελευθερία ;
Ο Άνταμ Σμίθ, ως γνωστόν, έκανε την αισιόδοξη παραδοχή, ότι το νέο σύστημα αν αφεθεί να λειτουργήσει «ελεύθερα», δηλαδή μέσω των αγορών και χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις, έχει την ικανότητα να αυτορυθμίζεται και να παράγει βέλτιστα κοινωνικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται κανείς να επιτηρεί και να καθοδηγεί το οικονομικό σύστημα γιατί αυτό από μόνο του παράγει τάξη και γενική ευημερία.
Παρόλα αυτά, σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο, πριν δηλαδή ακόμη υπάρξει η εμπειρική διαπίστωση των κρίσεων, κάποιοι αμφισβήτησαν την αισιόδοξη παραδοχή του Σμιθ, και προέβλεψαν ότι ο καπιταλισμός δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει ομαλά. Ο λόγος ήταν καθαρά «τεχνικός», δεν ενέπλεκε ζητήματα ηθικής ή δικαιοσύνης όπως, η ανισότητα, η εκμετάλλευση, και τις πιθανές κοινωνικές εντάσεις που μπορούσαν να πυροδοτήσουν. Στην αρχική, σχετικά απλή, διατύπωση το πρόβλημα εντοπιζόταν στο ότι οι εργαζόμενοι δεν θα έχουν αρκετά εισοδήματα για να αγοράσουν την παραγωγή, με αποτέλεσμα αυτή να μένει απούλητη, (με μια μεταγενέστερη ορολογία, εντοπίζεται εδώ το πρόβλημα της υποκατανάλωσης). Αν συνέβαινε αυτό, τότε το καπιταλιστικό σύστημα δεν θα μπορούσε να απασχολήσει τους διαθέσιμους πόρους της οικονομίας, παρότι στη λογική του ήταν να εντείνει την οικονομική δραστηριότητα στο έπακρο. Σημειωτέον, άλλα, προγενέστερα και απλούστερα οικονομικά συστήματα, δεν αντιμετώπιζαν τέτοιου είδους προβλήματα.
Ο Μαρξ αξιοποίησε, συστηματοποίησε και επέκτεινε την κριτική του καπιταλισμού που παρέλαβε κινούμενος σε διάφορα επίπεδα. Στο πλέον αφαιρετικό και θεωρητικό επίπεδο, το έκανε αυτό δεχόμενος τις ίδιες τις υποθέσεις των αστών οικονομολόγων. Για όποιον θέλει σε θεωρητικό επίπεδο να αντιταχθεί στον καπιταλισμό υπάρχουν, χοντρικά, δύο δρόμοι:
• είτε θα αμφισβητήσει τις παραδοχές των θεωρητικών του καπιταλισμού ως τελείως ουτοπικές, πχ θα υποστηρίξει ότι δεν υπάρχουν οι ιδανικές ελεύθερες αγορές, διότι υπάρχουν μονοπώλια, ολιγοπώλια, τραστ, διότι γίνονται πολιτικές παρεμβάσεις υπέρ συγκεκριμένων κεφαλαίων, διότι ο ανταγωνισμός είναι αθέμιτος, μπορεί να φτάσει μέχρι τον πόλεμο, κλπ
• είτε θα δεχτεί όλες τις παραδοχές των αντιπάλων θεωρητικών και θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι ακόμη και με αυτές, το σύστημα θα πέσει θύμα των αξεπέραστων αντιφάσεών του.
Ο Μαρξ τα έκανε και τα δύο, αλλά κυρίως το δεύτερο, καθώς κατανόησε ότι ο καπιταλισμός ακόμη και σε ιδανικές συνθήκες δεν μπορεί να αναπαράξει τις συνθήκες που είναι απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία του. Βεβαίως, όλα πηγαίνουν καλά όσο ο καπιταλισμός είναι σε «νεαρή ηλικία». Με την προϋπόθεση ότι έχει κυριαρχήσει πολιτικά, και έχει δημιουργήσει το νομικό και θεσμικό πλαίσιο που του ταιριάζει, έχει μπροστά του άθφονο χώρο επέκτασης, επειδή υπάρχει πλούτος που βρίσκεται ΕΚΤΟΣ του καπιταλιστικού κυκλώματος, πχ στα χέρια αριστοκρατών ή άλλων μη καπιταλιστικών τομέων της οικονομίας, ή ακόμη σε χώρες του εξωτερικού με οποιαδήποτε μορφή. Σε αυτές τις συνθήκες ο καπιταλισμός είναι στη χρυσή περίοδό του, έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον κάνουν να είναι καπιταλισμός σε «καθαρή μορφή». Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα «υπερπαραγωγής» ή «υποκατανάλωσης» όπως προέβλεπε η αντίπαλη πλευρά, διότι, ό,τι περισσεύει από την κατανάλωση, είτε εξάγεται, είτε πάει στον σχηματισμό νέου κεφαλαίου. Ο δρόμος είναι εκείνος του διαρκούς και απροβλημάτιστου μετασχηματισμού του χρήματος σε μέσα παραγωγής και το αντίστροφο. Το κεφάλαιο, με προϋπόθεση την εκμετάλλευση της εργασίας και παίρνοντας εναλλασσόμενα τη μορφή χρήματος και μέσων παραγωγής επεκτείνεται διαρκώς μέσω του κέρδους, το οποίο εισέρει από τον εξωτερικό πλούτο.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο εξωτερικός πλούτος αρχίζει να φθίνει αισθητά. Τότε, καθώς το σύστημα κλείνει, η παραγωγή θα φρενάρει, διότι τα εργατικά εισοδήματα δεν επαρκούν να την αγοράσουν, η διαρκής επέκταση των μέσων πραγωγής σταματάει να έχει νόημα, γιατί σε τελική ανάλυση κάθε επένδυση «δικαιώνεται» από τη δυνατότητα να πουληθεί αυτό που παράγεται, ενώ, η πλέον λογική και ταυτόχρονα δίκαιη λύση, που θα ήταν η αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων ώστε να μπορούν να αγοράσουν ένα μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής μειώνει τα κέρδη, και χωρίς αυτά, η καπιταλιστική παραγωγή δεν έχει νόημα. Τότε, αρχίζουν κάποιοι «οικονομικοί κύκλοι» εναλλασσόμενης ύφεσης και ανάπτυξης, που μέσω της καταστροφής κάποιων κεφαλαίων, δημιουργούν χώρο κερδοφορίας για εκείνα που θα επιβιώσουν, ώστε να συνεχιστεί η οικονομική δραστηριότητα. Με άλλα λόγια η ίδια η κρίση είναι η λύση, και μάλλιστα, η πιο πάνω διαδικασία μπορεί να εξωραϊστεί θεωρητικά ως «δημιουργική καταστροφή». Με αυτόν τον τρόπο η ανάπτυξη μπορεί να συνεχίζεται για ένα διάστημα.
Ωστόσο, αυτή η κυκλική πορεία δεν είναι ούτε ομαλή ούτε μπορεί να συνεχίζεται επ΄αόριστον, για δύο συμπληρωματικούς λόγους: ο ένας είναι «δομικός» και λέει ότι καθώς το κεφάλαιο συσσωρεύεται και αυξάνει, δυσκολεύει όλο και περισσότερο η επικερδής τοποθέτησή του, έτσι, παρά τις κρίσεις, σε μακροσκοπικό επίπεδο το πρόβλημα όλο και εντείνεται. Ο δεύτερος είναι ιστορικός και περιστασιακός και λέει ότι στην πράξη τα πράγματα είναι αρκετά περιπεπλεγμένα, διότι οι διάφορες εθνικές οικονομίες δεν είναι κλειστές, συνδέονται και αλληλοεπηρεάζονται, έτσι, κάποια ιστορικά ή γεωπολιτικά γεγονότα, όπως οι μεγάλοι πόλεμοι, καθώς και κάποιες προσωρινές οικονομικές «λύσεις», μπορεί να καθυστερήσουν σε κάποιες περιοχές την ύφεση, η οποία όταν φθάσει είναι τόσο βίαιη και βαθειά, που οι συνήθεις κύκλοι δεν έχουν πια την ικανότητα να θεραπεύουν.
Ένα τέτοιο συμβάν στις αρχές του 20ου αιώνα άλλαξε τον καπιταλισμό για πάντα σηματοδοτώντας μια νέα, πιό ώριμη φάση του. Η κρίση του ΄29 στις ΗΠΑ και η εξάπλωσή της σε όλον σχεδόν τον κόσμο, δεν είχε τα θεραπευτικά αποτελέσματα που μέχρι τότε είχαν παρατηρηθεί. Τα χρόνια πέρναγαν μέσα στην ύφεση και η κατάσταση δεν αντιστρέφετο, έτσι ο καπιταλισμός προκειμένου να διασωθεί, αναγκάστηκε να δώσει τα κλειδιά στο κράτος. Στις ΗΠΑ η λειτουργία των αγορών σε μεγάλο βαθμό ανεστάλη καθώς το κράτος ρύθμιζε συνολικά την παραγωγή, (ακόμη και των καταναλωτικών αγαθών), αποφάσιζε που θα κατευθυνθούν οι σημαντικές πρώτες ύλες, ενθάρρυνε τη δημιουργία καρτέλ, δημιούργησε βιομηχνίες που στη συνέχεια τις έδινε σε ιδιώτες με αυστηρή όμως επιτήρηση, κοκ. Άλλες οικονομίες όπως της Γερμανίας, της Ιαπωνίας αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου, «κρατικοποιήθηκαν» ακόμη περισσότερο. Όλα αυτά συνδυάστηκαν βεβαίως και με την προετοιμασία του πολέμου, ωστόσο, το νέο καπιταλιστικό μοντέλο συνεχίστηκε και μεταπολεμικά.
Ο Κέυνς είναι ο θεωρητικός που συνδέθηκε με αυτόν τον, νέου τύπου, καπιταλισμό. Ο Κέυνς, στις πιο πολλές διαπιστώσεις του για τις τεχνικές δυσλειτουργίες του καπιταλισμού είναι πολύ κοντά στη μαρξιστική κριτική. Φυσικά σκέφτεται με άλλον τρόπο και εκφράζεται σε διαφορετική «γλώσσα» και λέγοντας αυτό, δεν εννοούμε απλώς ότι χρησιμοποιεί διαφορετική ορολογία από τη μαρξιστική, αλλά και υποθέτει διαφορετικές αιτιακές σχέσεις, καθώς, για παράδειγμα, αναβαθμίζει κάποια ψυχολογικά μεγέθη. Παρότι όμως οι διαπιστώσεις είναι, όπως είπαμε, κοντά σε εκείνες του Μαρξ, τα συμπεράσματά του για το τι θα πρέπει να γίνει διαφέρουν ριζικά. Ο Κέυνς, πίστεψε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να διασωθεί αν αφήσει πίσω του τις “laissez faire” προκαταλήψεις του. Το κράτος με τις κατάλληλες νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές, θα μπορούσε να τιθασεύσει τον καπιταλισμό και να τον βάλει στην υπηρεσία της κοινωνίας εξασφαλίζοντας, κυρίως, πλήρη απασχόληση με κάθε κόστος, πράγμα που θα φέρει την άνοδο του βιωτικού επιπέδου όλων. Έτσι, με τον Κέυνς η οικονομική επιστήμη αποκτάει έναν περισσότερο πρακτικό προσανατολισμό, αφού επεξεργάζεται πολιτικές παρέμβασης στο οικονομικό σύστημα. Οι παρεμβάσεις αυτές στοχεύουν κυρίως στην τόνωση της ζήτησης, (αν υπάρχει υπο-κατανάλωση, και υπο-επένδυση, μπορούν να ληφθούν μέτρα που θα τις τονώσουν), αλλά παράλληλα το ίδιο το κράτος μπορεί να αναλάβει παραγωγικές δραστηριότητες σε μη-ανταγωνιστικούς προς το ιδιωτικό κεφάλαιο τομείς της οικονομίας και τέτοιοι τομείς θεωρείτο ότι ήταν εκείνοι των δημόσιων αγαθών ή των υποδομών. Βεβαίως, αν πάρουμε στα σοβαρά τους στόχους που βάζει ο Κέυνς, πχ την πλήρη απασχόληση, και την επεκτείνουμε στις λογικές της συνέπειες, σκιαγραφούμε ένα καπιταλιστικό σύστημα, όπου η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής νομικά θα ήταν ιδιωτική, αλλά ο έλεγχος στην ουσία κρατικός, το επιχειρηματικό ποσοστό του κέρδους θα συρρικνώνετο διαρκώς, καταλήγοντας να είναι μια μικρή «αποζημίωση», παρόλα αυτά η παραγωγή δεν θα σταματούσε, γιατί το οικονομικό σύστημα θα ήταν ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της κοινωνίας. Μιλάμε δηλαδή για έναν καπιταλισμό που δεν θα ήταν ακριβώς καπιταλισμός και προϋπόθεση για κάτι τέτοιο θα ήταν, αφενός ένα κράτος ανεξάρτητο, μη υπαγόμενο στα καπιταλιστικά συμφέροντα, αφεταίρου, μια παγκόσμια οικονομική διευθέτηση τέτοια που να επιτρέπει σε όλες τις χώρες να εφαρμόζουν τοπικά τις ίδιες πολιτικές. Ο Κέυνς επεξεργάστηκε και πρότεινε μέτρα που θα ισορροπούσαν το διεθνές εμπόριο κι έτσι θα εξέλειπε σε μεγάλο βαθμό η εκμετάλλευση της μιας χώρας από την άλλη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο οι προθέσεις όσο και οι προτάσεις του Κέυνς ήταν «επαναστατικές» αν τις συγκρίνει κανείς με εκείνες των νεοκλασικών οικονομολόγων, με τους οποίους, πάντως, ο Κέυνς, μοιραζόταν την ίδια οικονομική σκέψη. Πιο συγκεκριμένα ο Κέυνς ανήκει στην ίδια εκείνη οικονομική σχολή που βλέπει την οικονομία σαν μια αλληλεπίδραση ατόμων, όπου όλοι είναι ιδιοκτήτες κάποιου εμπορεύματος, άλλος φυσικών πόρων, άλλος εργοστασίου, άλλος της εργασιακής του δύναμης, κοκ και όλοι αυτοί προσπαθούν να αυξήσουν την οφέλεια ή το κέρδος τους εμπλεκόμενοι στο οικονομικό παιχνίδι. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κέυνς μιλάει με τους γνωστούς νεοκλασικούς όρους όπως: «οριακό προϊόν της εργασίας ή του κεφαλαίου», «οριακή ζημία του εργαζόμενου», κλπ, δεν αμφισβητεί δηλαδή την ατομιστική προσέγγιση του οικονομικού φαινομένου και τα νεοκλασικά εργαλεία της σκέψης. Εκεί που ο Κέυνς διαφοροποιείται είναι στο ότι αμφισβητεί κάποιες σιωπηρές υποθέσεις της νεοκλασικής θεωρίας, όπως ότι οι άνθρωποι παράγουν για να πουλήσουν, αγοράζουν για να καταναλώσουν και κυρίως, δαπανούν ή επενδύουν τα έσοδά τους, δεν τα «κρύβουν». Με αυτές τις υποθέσεις, η προσφορά και η ζήτηση είναι μοιραίο να ισορροπήσουν. Ο Κέυνς κατανοεί ότι οι άνθρωποι δεν συμπεριφέρονται πάντα έτσι, μπορεί να διστάσουν να καταναλώσουν ή να επενδύσουν και αυτό δημιουργεί το πρόβλημα. Ωστόσο, δεν εμπλέκει στη σκέψη του ταξικές αντιπαραθέσεις, όπως ο Μαρξ, η μόνη «ταξική» αντίθεση στον Κέυνς είναι ανάμεσα σε δύο τομείς: τον «παραγωγικό» που περιλαμβάνει εξίσου τους επιχειρηματίες και τους εργαζόμενους, και τον κερδοσκοπικό ή ραντιέρικο, που θα πρέπει να εξαλειφθεί. Η επανάσταση του Κέυνς εντοπίζεται κυρίως στις διαπιστώσεις και τις προτάσεις του.
Μπορούμε στο σημείο αυτό να συνοψίσουμε τη βασική διαφορά μεταξύ του Μαρξ και του Κέυνς: Ο Μαρξ δεν μπορούσε να διανοηθεί έναν καπιταλισμό που έχει εγκαταλείψει τον στόχο του κέρδους. Το κρίσιμο μέγεθος για αυτόν είναι η σχέση ανάμεσα στο συνολικό κεφάλαιο μιας οικονομίας και το συνολικό κέρδος, το γνωστό «ποσοστό του κέρδους», που βεβαίως μπορεί να κατανεμηθεί άνισα στους διάφορους κλάδους, ωστόσο η κατανομή αυτή δεσμεύεται από την πιο πάνω σχέση σε επίπεδο συνολικής οικονομίας. Όσο ο καπιταλισμός αναπτύσσεται και το συνολικό κεφάλαιο αυξάνει, τόσο το ποσοστό του κέρδους μειώνεται, (παρά τις αντίρροπες τάσεις και διάφορες προσωρινές λύσεις). Άρα, το ίδιο το αυξανόμενο μέγεθος του κεφαλαίου, υποσκάπτει την διαιώνισή του. Ο Κέυνς, αντίθετα, θεωρούσε εφικτή τη ύπαρξη ενός νέου τύπου καπιταλισμού, που θα διατηρείται αποκομίζοντας ελάχιστα ποσοστά κέρδους, επιτηρούμενος και συνετιζόμενος από ισχυρότατη κρατική παρέμβαση.
Ο Κέυνς, μεταπολεμικά, γνώρισε τεράστια αποδοχή, αν και είναι πολύ αμφίβολο το κατά πόσο τα μέτρα οικονομικής πολιτικής που πρότεινε δούλευαν στην πράξη. Συγκεκριμένα, η αισιοδοξία του ότι τα νομισματικά μέτρα, όπως τα επιτόκια και οι πιστώσεις, μπορούσαν να οδηγήσουν την οικονομία αυξάνοντας τις επενδύσεις, ήταν ίσως δικαιολογημένη σε νορμάλ συνθήκες, αλλά δεν επιβεβαιώνεται όταν αναλαμβάνουν να αναστρέψουν μια υφεσιακή πορεία που έχει ήδη ξεκνήσει. Ισχυρότερο όπλο ήταν φυσικά οι κρατικές δαπάνες, αλλά αυτό σήμαινε διαρκή αύξηση των κρατικών ελλειμμάτων.
Σε κάθε περίπτωση, όλα πήγαιναν ομαλά, όσο το ποσοστό του κέρδους των επιχειρήσεων διατηρείτο υψηλό εν μέσω της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και της διόγκωσης της άχρηστης παραγωγής που χρηματοδοτείτο με κρατικά ελλείμματα. Ο Κεϋνσιανισμός παρέμενε ακόμη ισχυρός.
Όμως για διάφορους λόγους, (αν δεχτούμε τη μαρξιστική θέση, όταν το κεφάλαιο διογκώθηκε τόσο που δυσκόλεψε η επικερδής τοποθέτησή του, και ταυτόχρονα διάφορα άλλα γεγονότα οικονομικά και γεωπολιτικά διετάραξαν την πορεία του), η φάση αυτή έφτασε στο τέλος της την δεκαετία του ’70. Σταδιακά, ο καπιταλισμός, ο οποίος όπως αποδείχτηκε, αρνήθηκε να παραιτηθεί από το κέρδος, πέρασε στην επόμενη φάση του, αποκηρύσσοντας πρακτικά και θεωρητικά τον Κεϋνσιανισμό.

Αν θα θέλαμε να εντοπίσουμε ένα, αλλά αποφασιστικό, κλειδί για την κατανόηση της επόμενης φάσης του καπιταλισμού, που έχουμε συνηθίσει να την αποκαλούμε νεοφιλελεύθερη, αυτό είναι η προσπάθεια να εισρεύσει νέος πλούτος, με τη μορφή του κέρδους, στο ιδιωτικό κομμάτι της οικονομίας ώστε να επανακάμψει η κερδοφορία. Διάφορες πηγές εξωτερικού πλούτου «αξιοποιήθηκαν» για τον σκοπό αυτό και νέες «ανακαλύφθηκαν». Πολιτική προϋπόθεση ήταν η απαλλαγή των επιχειρήσεων από τον κρατικό έλεγχο με κινήσεις σε δύο επίπεδα:
– στο εθνικό, όπου οι έλεγχοι και οι ρυθμίσεις περιορίστηκαν με παράλληλη απόφαση για ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών, (τα δημόσια αγαθά και οι εθνικές υποδομές ήταν μια μεγάλη δεξαμενή «εξωτερικού» πλούτου για τη σφαίρα της ιδιωτικής οικονομίας)
– στο διεθνές, όπου τα κεφάλαια με νέα, πολυεθνική, μορφή απέφυγαν τους εναπομείναντες κρατικούς περιορισμούς, ελαχιστοποίησαν την καταβολή φόρων και πήραν τεράστια πολιιτκή δύναμη αφού οι διάφορες χώρες έρπεπε πλέον να ανταγωνίζονται για την προσέλκυση των κεφαλαίων.
Ταυτόχρονα, η διεθνοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας, ειδικά της παραγωγής, αποδυνάμωσε τις αντιδράσεις των εργαζομένων που βεβαίως μόνο σε εθνικό επίπεδο μπορούν να είναι πιεστικές, αλλά κι εκεί τσακίστηκαν αλύπητα τη δεκαετία του ΄80. Η κατανομή μισθών / κερδών άλλαξε τονώνοντας την κερδοφορία, αφενός με «μπλοκάρισμα» των μισθών στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, αφεταίρου με την ραγδαία αυτοματοποίηση της παραγωγής που υποκαθιστούσε την εργασία.
Ως δεξαμενές εξωτερικού πλούτου, πέρα από το δημόσιο κομμάτι της οικονομίας χρησίμευσαν οι πιο αδύνατες ξένες χώρες που γνώρισαν μια διαδικασία νεο-αποικισμού, καθώς το νέο οικονομικό δόγμα πίεζε για άρση της προστασίας των εθνικών οικονομιών, με κατάργηση δασμών, «κλείδωμα» νομισματικών ισοτιμιών, αργότερα ένταξη σε οικονομικές ενώσεις, (όλοι πλέον υποχρεώθηκαν να απολαύσουν τα «πλεονεκτήματα» του ελεύθερου διεθνούς εμπορίου).
Αλλά βεβαίως η επέκταση στον χώρο, γεωγραφικό και οικονομικό, κάποτε εξαντλείται, και αυτό, παρά την ευνοϊκή για τον Δυτικό καπιταλισμό κατάρρευση του λεγόμενου «ανατολικού μπλόκ» που προσέφερε τις τελεταίες ευκαιρίες γεωγραφικής επέκτασης.
Η επόμενη δεξαμενή πλούτου έπρεπε να «δημιουργηθεί» και, αν είναι δυνατόν, να είναι τέτοιου τύπου που να είναι ανεξάντλητη. Όμως μόνο η φαντασία μπορεί να είναι ανεξάντλητη στον υλικό και πεπερασμένο κόσμο στον οποίο ζούμε.
Η αλόγιστη πιστωτική επέκταση και η δημιουργία λογιστικών κερδών που μπορούν, θεωρητικά τουλάχιστον, να συσσωρεύονται απεριόριστα, ήταν η νέα αυτή δεξαμενή. Σύντομα, όλοι βρέθηκαν διαδοχικά και τελικά ταυτόχρονα χρεωμένοι: τα κράτη, (ακόμη και τα πλουσιώτερα), οι ιδιώτες, οι επιχειρήσεις, οι τράπεζες, κοκ. Δια του χρέους, η επέκταση δραπέτευσε από τους περιορισμούς του γωγραφικού χώρου και συνεχίστηκε στη διάσταση του χρόνου, πολλές γενιές μπροστά.
Και τώρα τί γίνεται ;
Θα μπορούσε να δουλέψει η λύση που, ημι-αστειευόμενος, πρότεινε ο Ομπάμα, να τυπωθεί ένα χαρτονόμισμα, αξίας 16 τρις $, ή όσο, τέλος πάντων είναι σήμερα το χρέος του δημόσιου τομέα στις ΗΠΑ, και να ξεχρεώσουμε με αυτόν τρόπο ; Εννοείται ότι το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν όλες οι άλλες χώρες.
Βεβαίως και θα μπορούσε, αν θεωρήσουμε τους καπιταλιστές παίκτες ενός παιχνιδιού μονόπολης, που παίζουν για τη χαρά του παιχνιδιού και ικανοποιούνται με ψεύτικα λεφτά, που δεν έχουν αξία παρά μόνο στο τραπέζι του παιχνιδιού, όχι στον έξω κόσμο. Αλλά, παρότι οι πλούσιοι αυτού του κόσμου ξέρουν ότι τα λεφτά τους δεν έχουν υλικό αντίκρυσμα σε αυτό τον πλανήτη, μάλλον δεν θα το δεχόντουσαν. Το κεφάλαιο, μας είπε ο Μαρξ, σε τελική ανάλυση, είναι κοινωνική δύναμη. Και τη δύναμη αυτή την βλέπουμε να ασκείται με τρόπο επώδυνο για τις κοινωνίες (ως «λιτότητα»), σε μια προσπάθεια τα λογιστικά κέρδη να μην χάσουν τελείως τη σύνδεσή τους με τον πραγματικό κόσμο. Η όλη αγριότητα που βιώνουμε, (πχ με τις εξώσεις λόγω χρεών, για να εκκενωθούν ακίνητα που δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν στην αγορά ακινήτων χωρίς αυτή να καταρρεύσει), μπορεί να ερμηνευτεί ως προσπάθεια να διατηρηθεί η σύνδεση των λογιστικών κερδών με τον πραγματικό κόσμο.
Αλλά βεβαίως, η καταστροφή του κεφαλαίου, λογιστική ή πραγματική, (οι πόλεμοι έχουν ήδη αναζωπυρωθεί), δεν μπορεί να αποφευχθεί. Ωστόσο, η κλίμακα της καταστροφής που απαιτείται αυτή τη φορά είναι πρωτόγνωρη. Τα μεγάλα κεφάλαια προσπαθούν να μεταφέρουν τις μεγάλες ζημιές στα ανταγωνιστικά τους κι επιστρατεύουν την εθνική διαπραγματευτική αλλά και στρατιωτική ισχύ που έχουν πίσω τους. Η όποια ισορροπία διατηρείται σήμερα είναι εξαιρετικά αβέβαιη.

Αν η εικόνα είναι, σε γενικές γραμμές, αυτή που εκθέτουμε εδώ, ο καθένας μπορεί να προβληματιστεί για μια σειρά ζητήματα:
– Τι νόημα έχει η λιτότητα και με ποιόν, άραγε, τρόπο θα οδηγήσει πάλι στην «ανάκαμψη»
– Αν πρέπει να ενοχοποιείται εκείνος που δανείστηκε, όταν η επέκταση του δανεισμού ήταν μια κεντρική επιλογή, που μάλλιστα, επειδή ακριβώς ενεργοποιήθηκε παρέτεινε την ομαλή πορεία του συστήματος
– Αν έχει νόημα για εμάς ο διαχωρισμός μεταξύ «κακού» – χρηματιστικού και «καλού» – παραγωγικού, κεφαλαίου. Είναι όντως τόσο αντίπαλα όσο θέλει να μας πείσει η καθαρά ενδοκαπιταλιστική αυτή συζήτηση ;
– Αν στο σημερινό περιβάλλον των ανοιχτών – χωρίς προστασία – οικονομιών έχουν τα κεϋνσιανά μέτρα «τόνωσης της ζήτησης» νόημα, ή θα μετατραπούν αυτόματα σε εμπορικά ελλείματα και νέο χρέος.
– Το παραπάνω, λίγο ειδικότερα για την «Ελλάδα των υπηρεσιών», με την συστηματικά υπονομευμένη παραγωγική βάση και το τι θα μπορούσε να γίνει ώστε η παραγωγική αυτή βάση να δυναμώσει και να τεθεί στην υπηρεσία της κάλυψης των αναγκών της κοινωνίας
– Αν η οικονομία μπορεί να κατανοηθεί και να λειτουργήσει ανεξάρτητα από την πολιτική και με ρόλο ουδέτερο και αμερόληπτο απέναντι στις ταξικές συγκρούσεις συμφερόντων
– Αν, τέλος, μπορούμε ακόμη να ελπίζουμε σε έναν καπιταλισμό με «ανθρώπινο πρόσωπο», ή πρέπει επιτέλους να σκεφτόμαστε για λύσεις έξω από αυτό το πλαίσιο.

Advertisements
This entry was posted in Οικονομικά Άρθρα, Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s